Γεώργιος Βιζυηνός – Διηγήματα Α’

με αφορμή το βιβλίο «Γεώργιος Βιζυηνός – Διηγήματα Α’ » εκδόσεις Νεφέλη

   Η επαφή μου με την παλιά ελληνική λογοτεχνία ήταν πάντα σαν ένα ταξίδι σε ξεχασμένα λιμάνια και τόπους. Ένα ταξίδι που ξεκινά από μικρή ηλικία και το οποίο το οφείλω στην μάνα μου. Σε παιδική ηλικία, πέρα από τα πιο σύγχρονα για τότε παιδικά βιβλία , ήρθα και σε επαφή με τον «Μάγκα» και τον «Τρελαντώνη» της Πηνελόπης Δέλτα. Τα συγκεκριμένα αποτελούν και την πρώτη σοβαρή προσπάθεια για ελληνική παιδική λογοτεχνία. Σίγουρα μία πολύ διαφορετική εποχή με αρκετά διαφορετική , αλλά όχι και τόσο, γλώσσα, και νοοτροπίες. Πολύ πιο μετά ταξίδεψα στην «Αιολική γη» , συγκινήθηκα με το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» και σε πιο εφηβική ηλικία ακολούθησα τους δαιδάλους της «Φόνισσας» και την διαδρομή της «Πάπισσας Ιωάννας». Όμως η διαδρομή δεν αφορούσε αποκλειστικά την ανάγνωση. Υπήρχε και το θέατρο όπου το κουβάρι της ελληνικής «Βαβυλωνίας» ξετυλιγόταν μπροστά μου, παρουσιάζοντάς μου ένα οικείο μέσα στον παραλογισμό του, κόσμο. Τις ετερόκλητες νοοτροπίες που προσπαθούσαν να αποκτήσουν κοινό τόπο ανάγνωσης και δράσης (sic).

  Παρότι πολλοί και πολλές μπορεί να τους ακούγονται πολύ βαριά όλα αυτά θα πω ότι ποτέ δεν έγιναν με επιβολή αλλά ως προτάσεις. Ένα ταξίδι δεν μπορεί να επιβληθεί, αν και «επιβάλλεται» να μάθεις να δοκιμάζεις και να ταξιδεύεις.

  Παρότι δεν ήμουν και ο καλύτερος μαθητής στην γλώσσα και στα φιλολογικά, μάλλον κάκιστος θα έλεγα, δεν με προβλημάτισε ποτέ η παλιά γραφή. Είτε μου δώσετε ένα πολυτονικό κείμενο είτε ένα μονοτονικό, μου είναι αδιάφορο. Αγνοώ τα «μπαρμπαδάκια» τριγύρω από τις λέξεις και εστιάζω στην γραφή του συγγραφέα. Ένα καλό κείμενο είναι ένα καλό κείμενο ανεξαρτήτως τονισμού. Μπορεί κανείς να συναντήσει μονοτονικό κείμενο πολύ βαριά στολισμένο και οπισθοδρομικό, κι από την άλλη ένα πολυτονικό μοντέρνο και πειραματικό.

  Ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς αυτής της εποχής είναι ο Βιζυηνός. Παρότι γράφει σε αρχαΐζουσα, η γραφή του είναι λιτή και ουσιαστική. Στην κείμενά του παρακολουθούμε την ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα όπου όμως μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι επικρατούσαν και τότε αντίστοιχες εσωτερικές αντιθέσεις. Σύγκρουση δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας και ρωμαίικης (ελληνικής). Η μοντέρνα νέα γενιά, σπουδαγμένη σε σχέση με την προηγούμενη, αντιμετωπίζει την παράδοση των γονιών της σαν κάτι ξένο και παρωχημένο.

Στο συγκεκριμένο τομίδιο υπάρχουν τα εξής διηγήματα:

  • Το αμάρτημα της μητρός μου
  • Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου
  • Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως

  Από τα τρία , τα δύο πρώτα που είναι και τα πιο γνωστά, είναι κορυφαία. Ενώ το τρίτο δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Θα προσπαθήσω να σας τα περιγράψω αλλά θα είμαι όσο μπορώ συνοπτικός. Οι «αποκαλύψεις» συνήθως χαλάνε την μαγεία της ανάγνωσης και δεν αφηνόμαστε εύκολα μετά στο παιχνίδι των λέξεων.

  Τα δύο πρώτα διηγήματα, το λοιπόν, είναι έντονα αυτοβιογραφικά. Καλό είναι διαβαστούν με την σειρά έκδοσης παρότι διαβάζονται άνετα και αυτόνομα.

  Στο «Το αμάρτημα της μητρός μου» η μητέρα του συγγραφέα εμφανίζεται να έχει μία παθολογική ανάγκη να υιοθετεί κορίτσια. Μία μανία που σταδιακά αναστατώνει την ζωή των αγοριών της οικογένειας και οδηγεί στον θυμό αν όχι οργή. Γεγονός που το επιδεινώνει και η άθλια οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Όμως η αλήθεια δεν είναι τόσο προφανής, και ένα μυστικό από το παρελθόν έρχεται να αιτιολογήσει τα πάντα.

  Στο «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου» πάλι πρωταγωνιστεί η μητέρα του συγγραφέα αν και παρασκηνιακά περισσότερο. Ανακοινώνει τον συγγραφέα ότι ο αδελφός του έχει δολοφονηθεί κι ότι εκείνη αναζητά τον δολοφόνο. Ταυτόχρονα εμφανίζεται κι ένας Τούρκος με την μητέρα του οι οποίοι την θεωρούν ευεργέτιδα. Πάλι το παρελθόν θα έρθει να εξηγήσει το παρόν κι όχι απαραίτητα με προφανείς τρόπους.

  Και στα δύο διηγήματα ο συγγραφέας ακροβατεί , ανά σημεία, μεταξύ του τραγικού και του τραγέλαφου. Είναι δραματικά όμως και ανθρώπινα. Αυτοσαρκαστικά και τρυφερά. Αγαπά τους ήρωές του ο Βιζυηνός και δεν προσπαθεί να τους «στήσει στον τοίχο». Μπορεί να δει και το τραγικό τους και το αστείο τους (αν όχι γελοίο του).

  Από ιστορικής άποψης, εξαιρετικές βρήκα τις αναφορές στους πρώτους ταχυδρόμους, στο πώς έβλεπαν οι Έλληνες τους Τούρκους, την αίσθηση του καθήκοντος των λαϊκών ανθρώπων ως προς την τιμή, την αλληλεγγύη και της φιλοξενία. Μάλιστα τα τελευταία με ετερόκλητο θρησκευτικό μανδύα αλλά με κοινό παρανομαστή. Τέλος η αναφορά στις πρώτες εμφανίσεις των Νεότουρκων που περιγράφονται σαν αφελείς και επιπόλαιες προσπάθειες εκδυτικοποίησης της τούρκικης κοινωνίας.

  Το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»  δεν το βρήκα τόσο ενδιαφέρον. Με κούρασε. Πλατειάζει, μοιάζει να μην έχει στόχο, άνοστο.

  Αρχικά υπέθετα λόγω τίτλου ότι αναφερόταν στην Νεάπολη Εξαρχείων. Αφού είδα ότι αναφέρεται σε μεγάλο ταξίδι με πλοίο , υπέθεσα την Νέαπολη Λακωνίας. Ούτε. Στην Νάπολη αναφερόταν (Νεάπολη Ιταλίας). Αυτό φυσικά αποτελεί μία μικρή λεπτομέρεια.

  Ο συγγραφέας ξεκινά ένα ταξίδι για την Νάπολη από το λιμάνι του Πειραιά. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού συναντά μία γνωστή του έφηβη και τον πρέσβη πατέρα της. Οι ταξικές και κοινωνικές διαφορές είναι έντονες όπως και ο πρόσκαιρος ενθουσιασμός του συγγραφέα για τα παιχνιδίσματα της έφηβης. Ο ενθουσιασμός του είναι τόσος που ανέχεται την ανούσια φλυαρία του πατέρα της.

  Παρότι θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη αξιόλογο διήγημα δυστυχώς μοιάζει να μην έχει ειρμό και κυρίως στόχευση. Εμφανίζονται δύο ταυτόχρονα στόχοι

  Ο ένας είναι η έφηβη κοπέλα, ο ερωτικός ενθουσιασμός που προκαλεί,  καθώς και η θέση της γυναίκας ασχέτως τάξης εκείνη την εποχή

  Ο άλλος είναι ο πατέρας πρέσβης με την βαθύπλουτη κενότητά του και την κοινωνική του απόσταση από τα καθημερινά.

   Κανένα από τα δύο τελικά δεν προσεγγίζεται επαρκώς.

-//-

  Παρόλες τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσει ένα σύγχρονος αναγνώστης λόγω της γλώσσας κυρίως,  θεωρώ ότι το ταξίδι στα κείμενα της παλιάς λογοτεχνίας αξίζει. Είναι καλό να ερχόμαστε σε επαφή με αυτά τα κείμενα και να αποκτούμε μία πιο σφαιρική εικόνα της ταυτότητάς μας.  Ο Βιζυηνός δεν νοιώθει ούτε υποδεέστερος ούτε ανώτερος. Απλά περιγράφει. Συνθέτει έναν καθρέπτη από ετερόκλητα κομμάτια χωρίς κόμπλεξ ανωτερότητας ή κατωτερότητας (πλευρές του ίδιου νομίσματος). Ξέρει ότι σε αυτόν τον καθρέπτη ανήκει κι αυτός και προσπαθεί να είναι αληθινός, ειλικρινής. Ο Ρωμιός και ο Ευρωπαίος κάθονται και συνομιλούν , με τα λάθη τους και τα σωστά τους.

Καλό  μας ταξίδι

 

Κακό χιούμορ ή πικρό αντίο;

Πολύ κωλόπαιδο

Το συγκεκριμένο σύνθημα γράφτηκε στο κέντρο του Πειραιά την επομένη του θανάτου του Στάθη Ψάλτη. Όταν το είδα πάγωσα. Μου φάνηκε ηλίθιο και κακόγουστο. Σοκαρίστηκα. Δεν έχει σημασία τι γνώμη έχω για τον ηθοποιό Στάθη Ψάλτη. Μου φάνηκε να ξεπερνά τα όρια κατά πολύ. Ποιος μπορεί να είναι τόσο αναίσθητος;

Τα ξεπερνούσε όμως;

Σε δεύτερη ανάγνωση βγάζει πίκρα. Πικρό χιούμορ που θα ταίριαζε στην λογική της εποχής της βιντεοκασέτας. Όσοι την προλάβαμε γνωρίζουμε την αισθητική της. Χοντροκομμένο αντίο ίσως με διάθεση ξορκισμού του καρκίνου. Σατυρικό αντίο που μόνο οι πραγματικοί του φίλοι-θαυμαστές θα μπορούσαν να σκεφτούν. Ίσως τελικά να μην είναι κακόγουστο. Ίσως ήταν το μόνο ειλικρινές αντίο για τους ξένους αλλά φίλους του. Που ίσως μόνο αυτός θα μπορούσε να καταλάβει και να απαντήσει:

«Ναι πολύ κωλόπαιδο αυτός ο καρκίνος φίλε μου. Αντίο»

με αφορμή μια γκάφα: Αρχαίοι Φίλιπποι

Είναι λίγο κοντά στο Πάσχα και ανεβαίνουμε με την κοπέλα μου στην περιοχή των Φιλίππων. Για όσους δεν το γνωρίζουν οι Φίλιπποι για την περιοχή της Μακεδονίας είναι κάτι σαν την Επίδαυρο. Κάθε καλοκαίρι ανεβαίνουν πολλές θεατρικές παραστάσεις ενώ πραγματοποιούνται και αρκετές συναυλίες στο θέατρο του χώρου. Προσωπικά έχω διδαχθεί τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή με τον Νίκο Κούρκουλου. Για την ηλικία που ήμουν ήταν μία πολύ ωραία παράσταση.

Philipi

Η πόλη των Φιλίππων ήταν μία σημαντική αρχαία πόλη με την ιστορία της να ξεκινά γύρω στα 360 π.Χ. από Θάσιους αποίκους και με αρχικό όνομα Κρηνίδες, ενώ στην συνέχεια πήρε το γνωστό σημερινό της από τον Φίλιππο Β’. Αποτέλεσε την σπουδαιότερη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας τόσο στην ελληνιστική όσο και στην ρωμαϊκή περίοδο. Η πόλη της Καβάλας αποτελούσε το επίνειο των Φιλίππων (κάτι σαν τον Πειραιά για την Αθήνα). Μέχρι και τον 14ο αιώνα έχουμε στοιχεία για την δραστηριότητα της πόλης, ενώ από αναφορές περιηγητών του 17ου αιώνα μιλάμε πια για μία νεκρή πόλη όπου δεσπόζουν μόνο τα ερείπιά της.

Όταν έτυχε να επισκεφτώ πρόσφατα τον χώρο δεν μπορώ να πω ότι δεν εντυπωσιάστηκα. Κυρίως για το περιποιημένο και οργανωμένου του χώρου που δεν είναι και κάτι τόσο συνηθισμένο δυστυχώς. Μάλιστα σαν σε ελληνική ταινία έτυχε να «πέσω πάνω» σε ένα παγκόσμιο συνέδριο Νομικής όπου γινόταν αναπαράσταση δίκης στο χώρο από φοιτητές.
Philipi

Όπως κάθε αρχαιολογικός χώρος θέλει τον χρόνο του και η μία ώρα είναι λίγη. Αλλιώς θα δεις απλά νταμάρια και πέτρες (όπως στους περισσότερους αρχαιολογικούς χώρους). Επειδή βρίσκεται σε οροπέδιο καλό είναι να ενημερωθείτε για το καιρό πριν πάτε. Και φυσικά κρίνεται απαραίτητο να επισκεφτείτε και το σύγχρονο μουσείο των Φιλίππων που βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου.

Καλό είναι εφόσον έχετε χρόνο να περάσετε κι από το πολύ μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της Καβάλας όπου θα σας δώσει μία πιο συνολική εικόνα για την ιστορία τόσο των Φιλίππων όσο και της περιοχής.

Κάτι που προσωπικά μου κάνει εντύπωση για τις δύο αυτές πόλεις , Φίλιπποι και Καβάλα, είναι ότι ξεκίνησαν ως αποικίες της Θάσου  που ήταν νησί κι όχι το αντίστροφο όπως θα ήταν το λογικό και συνηθισμένο.

ένα μέρος των πληροφοριών αντλήθηκε από την Wikipedia

«Χαιρετίσματα στο θείο» , «Το φάντασμα του Ναζισμού» καθώς και μία μικρή ανάλυση περί μετεμψύχωσης – ναζισμού

  Τώρα τελευταία έπεσε στα χέρια ένα παλιό βιβλίο που μου έκαναν δώρο , το «Χαιρετίσματα στο θείο« του Ντάνιελ Τσαβαρία. Το πρώτο κεφάλαιο ομολογώ με δυσκόλεψε και έκανα αρκετό καιρό να το αρχίσω. Όμως από το δεύτερο και μετά ο «κώδικας» του βιβλίου άρχισε να ξεδιπλώνεται. Τα περισσότερα κεφάλαια είναι μικρά και σε  σύνολο αγγίζουν τα 90 και κάτι (το χω δανείσει αυτή τη στιγμή και δεν το χω εύκαιρο). Μία γρήγορη περιγραφή της πλοκής του βιβλίου θα έλεγα ότι αποτελεί η «Ανατομία του φασισμού». Το βιβλίο αποτελεί κάτι τέτοιο, μας παρουσιάζει την γένεση και την πορεία των ηρώων – μελανοχιτώνων και ταυτόχρονα τις βασικές αρχές της ιδεολογίας τους. Η βασική ραχοκοκαλιά είναι αυτή ενώ ταυτόχρονα ξετυλίγονται γύρω της παράλληλες ιστορίες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και τόπους, από την εποχή του τέλους(;) της Αποικιοκρατίας έως την πτώση του Ανατολικού μπλοκ, και από την Λατινική Αμερική έως την Κούβα και την Ισπανία του Φράνκο. Δεν πρόκειται για ένα διδακτικό βιβλίο, δεν μας κουνάει το δάκτυλο ο συγγραφέας. Ο Τσαβαρία απλά μας παρουσιάζει τους ήρωες σαν σ’ ένα περιπετειώδες ντοκιμαντέρ. Μας κάνει κοινωνούς της (φασιστικής) ιδεολογίας και της ψυχολογίας τους. Η εμμονή με τον ρομαντικό ήρωα – ιππότη που αψηφά τον θάνατο, του εκλεκτού, είναι εδώ, πανταχού παρούσα και ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τα συμπεράσματα όμως είναι δικά μας.

Παρότι είναι ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες το κείμενο ρέει χωρίς διακοπή. Είναι λίγες φορές που εντόπισα να υπάρχει «κοιλιά» και αυτό όχι για πολύ.  Η μετάφραση (κι όχι μόνο) του Κρίτων Ηλιόπουλου είναι πάρα πολύ καλή δίνοντάς μας πολλές και χρήσιμες πληροφορίες για γεγονότα και πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στο βιβλίο. Γενικά οι εκδόσεις Opera έχουν κάνει μία πολύ καλή δουλειά μια και το πολυσέλιδο βιβλίο διαβάζεται άνετα χωρίς να καταστρέφεται.

μικρή σημείωση: ο «Τροπικός του Αιγόκερω» μετά από το «Χαιρετίσματα στο θείο» μου φάνηκε πιο βατό και εύκολο.

  Αφού είχα τελειώσει με το βιβλίο του Τσαβαρία άκουσα σε ραδιοφωνική εκπομπή δημοσιογράφου Γιώρχου Σαχίνη για την μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα  «Το φάντασμα του Ναζισμού» από τις εκδόσεις Εστία.

  Μία μικρή αλλά συμπυκνωμένη μελέτη τόσο για την γένεση αλλά και για την συνεχόμενη παρουσία της μυθολογίας και ιδεολογίας του ναζισμού στην λογοτεχνία και την μουσική αλλά και όχι μόνο. Θα το προτιμούσα ίσως λίγο πιο αναλυτικό και επικαιροποιημένο στο τελευταίο του κεφάλαιο όπου μας δίνει μία μικρή γεύση για το πώς η «ελαφριά» διασκέδαση μας κάνει κοινων@ς της ναζιστικής ιδεολογίας και νοοτροπίας, έτοιμ@ς να αποδεχθούμε πιο εύκολα μία επερχόμενη επανεμφάνισή της.

  Κάθε κεφάλαιο το ακολουθεί μία αναλυτικότατη βιβλιογραφία, ακόμα και στην Εισαγωγή, δίνοντάς μας την σκυτάλη να κάνουμε την δική μας έρευνα και αναζήτηση πάνω στο θέμα. Το κείμενο είναι καλογραμμένο και ως προς το θέμα του ρέει γρήγορα, δίνοντας με εύκολο τρόπο τις πληροφορίες του χωρίς να είναι ρηχό.

  Τελειώνοντας το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και από προσωπική μου πείρα διαπίστωσα πιο ουσιαστικά την όχι και τόσο αθώα φύση πολλών παραφυσικών και παραϊστορικών θεωριών (κοίλη γη, μετεμψύχωση από οπαδούς της Νέας Εποχής, απόρριψη της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των ελληνικών φύλων, εξωγήινη καταγωγή του ανθρώπου κτλ). Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από αυτές έχουν ως δομικό στοιχείο τον «εκλεκτό».

   Ως άθεος οι διάφορες παραδόσεις/θρησκείες μου φαίνονται πολύ ενδιαφέρουσες για το τρόπο κατανόησης του κόσμου και της ζωής από τον άνθρωπο. Σε ένα μεγάλο βαθμό σέβομαι την ανάγκη του ανθρώπου να πιαστεί από κάπου. Ο θάνατος είναι κάτι που είναι βαρύ, είτε πιστεύεις είτε όχι. Όμως στην περίπτωση της μετεμψύχωσης έχω ακούσει φοβερές φασιστικές και ρατσιστικές αναλύσεις  που θα μπορούσαν να δώσουν το τέλειο άλλοθι στους οπαδούς της. Έχω ακούσει το λοιπόν ότι το άτομο το οποίο έχει μία δυστυχισμένη παρούσα ζωή ουσιαστικά «πληρώνει» τα αμαρτήματα μίας προηγούμενης ζωής. Δηλαδή βλέπετε έναν άνθρωπο να έχει καρκίνο; Ένα παιδάκι να το βιάζουν; Μην τους λυπάστε ή τους βοηθάτε. Ουσιαστικά αποτελούν ψυχές που πληρώνουν για τα κρίματα των προηγούμενων ζωών τους. Μάλιστα φτάνουν αρκετοί από αυτούς (που πάντα είναι απολιτίκ και ελαφρείς), να υποστηρίζουν ότι η Αφρική αποτελεί την αποθήκη των καταραμένων ψυχών. Το τέλειο υπερφυσικό άλλοθι κάθε ρατσιστή για τον μισανθρωπισμό του.

Μην σας ακούγεται τόσο τραβηγμένο. Αντίστοιχα άλλοθι είχαν φτιάξει και οι Ναζί για να δικαιολογήσουν τα εγκλήματά τους. Βάφτισαν κατώτερες φυλές, αντικειμενοποίησαν τον διαφορετικό άνθρωπο για να μπορούν πιο εύκολα να τον εξοντώσουν. Κι αυτό είναι το βασικό συστατικό του Ναζισμού που τον κάνει την χείριστη από της απολυταρχικές ιδεολογίες. Πολιτικοποιεί το έγκλημα. Είναι δομικό συστατικό του η αντικειμενοποίηση και η εξόντωση του διαφορετικού ανθρώπου (όχι απλά του αντιπάλου – χωρίς αυτό να είναι λίγο).

  Και όπως πάντα μετά κάθε μεγάλο έγκλημα οι περισσότερ@ δηλώνουν άγνοια. Δεν έχουμε όμως τέτοια πολυτέλεια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ο δεινοσαυρος ή ο δρακος της Μυκονου

Ειναι περιεργα τα παιχνιδια  της φυσης. Ενα απλο υλικο, ο βραχος, σμιλεύεται απο  το νερο, τον αερα και με το χρονο σχηματιζονται μορφες που ενεργοποιουν φαντασια μας. 

Ενα τετοιο φυσικο γλυπτο ειναι και αυτο εδω που εντοπισα σε μια παραλια της Μυκονου.

Ο δρακος της Μυκόνου


Θα μπορουσε να ειναι τα απομεινάρια ενός απολιθωμένου σκελετου δεινοσαυρου. Απο την αλλη, και με την λογικη του μυθου και του παραμυθιου, θα μπορουσε να ‘ναι ενας αρχαιος δρακοντας που νικηθηκε σε μια μαχη ή που κοιμαται και περιμενει τη στιγμη για να ξυπνησει.

 Καπως ετσι θα γεννησαν οι πρωτοι ανθρωποι τους μυθους και αρχισαν να κατακτουν το εργαλειο της φαντασιας και να σμιλεψουν με την σειρα τους την πραγματικοτητα.

το τσαλακωμένο πακέτο

Κάθισε χάμω στο πεζοδρόμιο. Ψιχάλιζε και είχε ήδη σκοτεινιάσει. Η λάμπα του δρόμου ίσα φώτιζε. Τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια και κοιτούσε το τσαλακωμένο πακέτο με τα τσιγάρα. Από τα νεύρα του πιο πριν  το τσαλάκωσε και το πέταξε. Κάποια τσιγάρα έσπασαν στη μέση και ο καπνός χύθηκε λίγος έξω. Τον κοιτούσε να βρέχεται σιγά σιγά και σαν πινελιά να απλώνεται στην άσφαλτο ή σαν λάσπη. Ποιός ξέρει;

Τώρα που είναι μόνος μπορεί, είναι ελεύθερος να βγει από τον κύκλο. Κάθε μέρα με άδειο βλέμμα και χαμόγελο σέρνεται. Χωρίς όνειρα, ή μάλλον με ξεχασμένα όνειρα, χαμόγελα, σκέψεις. Κάπου καταχωνιασμένα. Η ζωή είναι σκατά και προχώρα στα τέσσερα του παν. Σύρσου γονατιστός. Μην κοιτάς ουρανό. Απλά στον ορίζοντα. Κι ίσως το χώμα. Να εύχεσαι να είναι βραχύς ο δρόμος και σύντομα να χωθείς στην αγκαλιά του.

Τόσες αλυσίδες τριγύρω, που ύπουλα τυλίχτηκαν γύρω του. Όνειρα. Πόσο καιρό είχε να ονειρευτεί. Ακόμη και ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη. Οι θόρυβοι της πόλης καλύπτουν κάθε σκέψη και βλέμμα του.

Η βροχή δυναμώνει. Παίρνει το πακέτο και το χώνει μέσα στο σακάκι του. Βγάζει τα τραυματισμένα παιδιά του, τους φίλους του. Τους ισιώνει. Παίρνει ένα και το ανάβει να του κρατήσει παρέα. Μέσα στο ημίφως μοιάζει ο ιδανικός φίλος. Νοιώθει ότι τον ακούει, ότι απομονώνει την βροχή και ότι ανεβάζει τους πόνους του στον ουρανό. Σηκώνεται και αρχίζει να περπατά, ζητά να χωθεί μέσα στο παρκάκι. Δεν θέλει την προστασία τους διαμερίσματος. Εκεί στο πάρκο με τους τσακισμένους φίλους του. Έχουν να πουν πολλά ακούγοντας την βροχή….

Κριτική για το «Στο πίσω κάθισμα»

Το βιβλίο «Στο πίσω κάθισμα» της Ευτυχίας Γιαννάκη ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις μέσα στην καινούρια χρονιά. Είχα καιρό να διαβάσω ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μην πλατειάζει, να ρέει , να έχει χαρακτήρες με δομή, ένα βιβλίο με εικόνες.  Αλλά ας προσπαθήσω να τα πιάσω τα πράγματα από την αρχή.

Το βιβλίο μου το πρότεινε ο υπάλληλος του «Ίκαρου» ως ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Προσωπικά δεν είμαι τόσο οπαδός του αστυνομικού μυθιστορήματος και μάλιστα του ελληνικού. Όχι γιατί δεν είναι λογοτεχνία ή γιατί η ελληνική λογοτεχνία είναι υποδεέστερη. Αλλά λίγες φορές ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πραγματική πρωτοτυπία και πλοκή και η ελληνική λογοτεχνία τελευταία μοιάζει να πελαγοδρομεί. Να ανοίξω μία παρένθεση λέγοντας  ότι συνήθως τα ξένα βιβλία που μεταφράζονται στα ελληνικά είναι επιλεγμένα. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη σκαρταδούρα κι εκεί.  Κλείνει η παρένθεση.

Το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη και λογοτεχνία είναι και αστυνομικό είναι. Κάτι που θα παρατηρήσει κάποιος είναι ότι πέρα από τον κεντρικό ήρωα, τον αστυνόμο Χάρη, θα έχουμε την ευκαιρία ανά στιγμές να γνωρίσουμε και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου. Οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί. Είναι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί τους. Οι διάλογοι και οι σκέψεις είναι πραγματικές. Είναι άνθρωποι που ζουν στο σήμερα. Που μιλούν όπως μιλάμε στο σήμερα. Που έχουν σύγχρονα προβλήματα. Χωρίς υπερβολές.  Χωρίς ηθικισμούς.

Κάτι που λάτρεψα είναι οι εικόνες της Αθήνας (συμπεριλαμβανομένου και του Πειραιά). Όποιος έχει γυρίσει την Αθήνα και τις περιοχές της θα αναγνωρίσει όλες αυτές τις εικόνες. Η συγγραφέας δεν σνομπάρει το σήμερα, την πόλη ή τις πόλεις που ζούμε. Μιλάει για την Ελλάδα της κρίσης χωρίς να μισμιρίζει*. Μεταφέρει τις κρυφές στιγμές που ζούμε καθημερινά όσοι χανόμαστε στους λαβυρίνθους της με δόση χιούμορ σε πολλά σημεία.

Α ναι,  το χιούμορ. Πόσο μου χει λείψει ένα συγγραφέας που να μην φοβάται το χιούμορ. Η Γιαννάκη το χει αυτό. Τους αγαπά τους ήρωές της και δεν φοβάται να μας παρουσιάσει και τις «αδύναμες» στιγμές τους. Βλέπει και τις υπερβολικές τους στιγμές όπου χάνουν τον έλεγχο και μοιάζουν σαν στιγμιαίες καρικατούρες του εαυτού τους. Είναι πολλές φορές που η συγγραφέας μας κλείνει το μάτι. Που μας παρουσιάζει τις διάφορες υπερβολές που βλέπουμε στις διάφορες αστυνομικές σειρές, μέσα από τις σκέψεις των ηρώων,  και τις φέρνει πρόσωπο σε πρόσωπο με την πραγματικότητα. Φυσικά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Το βιβλίο βρίθει αναφορών του αστυνομικού (αλλά κι όχι μόνο) είδους. Ενώ η πολιτική ανάτμηση της κοινωνίας μας γίνεται με δεξιοτεχνικό τρόπο χωρίς να βαραίνει.

Το «Στο πίσω κάθισμα» είναι ένα σύγχρονο λογοτεχνικό βιβλίο. Πραγματικά σύγχρονο. Μας δίνει πολλές ελπίδες για μία διαφορετική στροφή στην ελληνική λογοτεχνία. Η Ευτυχία Γιαννάκη είναι μία συγγραφέας που πράγματι μας κάνει να ελπίζουμε για βιβλία με καλή λογοτεχνία. Είναι από τα βιβλία που προτείνεις.

Αξίζει να μπει κανείς και στην προσωπική ιστοσελίδα της συγγραφέας.

*μισμιρίζω:(δική μου έμπνευσης λέξη – τουλάχιστον δεν γνωρίζω να την χρησιμοποιεί κάποιος άλλος) στην Καβάλα χρησιμοποιούμε την λέξη μισμίζης για να πούμε τον μίζερο. Οπότε με το «μισμιρίζω»  εννοώ το μιζεριάζω. Ακουστικά μου φαίνεται ότι τονίζεται πιο έντονα το μίζερο.