les mondes engloutis – Αρκαδία

Βρισκόμαστε στα αρχές της δεκαετίας του 90, υπάρχει ακόμη ΕΡΤ και στην τηλεόραση παίζει  τη παρακάτω σειρά κινουμένων σχεδίων.

Η σειρά είναι γαλλική και είναι επιστημονικής φαντασίας. Η μετάφραση του γαλλικού τίτλου στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδωθεί ως » Οι καταποντιμένοι κόσμοι» βέβαια και το «οι εγκλωβισμένοι κόσμοι» που προτείνει η ελληνική wikipedia δεν είναι άσχετο. Τελικά η σειρά στην Ελλάδα έγινε γνωστή ως Σάγκμα.

Πρόκειται για μία αξιόλογη δουλειά. Και δω τα εύσημα δεν θα έπρεπε να πάνε μόνο στους δημιουργούς της αλλά και στην ομάδα της ΕΡΤ που έκανε μία πολύ καλή δουλειά πίσω από την μετάφραση και απόδοση.

Η μουσική είναι από τις πιο ονειρικές που θυμάμαι σε παιδικό. Το τραγούδι με ωραίους στίχους και όμορφη ερμηνεία.

Την  ιστοσελίδα της σειράς θα την βρείτε εδώ.

Advertisements

το τζίνι

Μικρός μου άρεσε να διαβάζω πολύ παραμύθια. Ακόμη μου αρέσει. Σαν περνάω από ένα βιβλιοπωλείο μου αρέσει να χαζεύω το παιδικό τμήμα, να δω τι παραμύθια λένε τώρα στα παιδιά. Φαίνεται εύκολο σαν είδος μα ένα καλό παραμύθι δεν είναι εύκολη δουλειά. Ένα καλό παραμύθι μπορεί να μας χρειαστεί και πιο μετά , σαν μεγαλώσουμε, ενηλικιωθούμε. Πέρα από τις όμορφες (λογοτεχνικές) εικόνες μπορεί να προσφέρει και μια όμορφη παραβολή.

Ένα τέτοιο παραμύθι είναι το παρακάτω. Το χα εντοπίσει σε μια συλλογή ανατολίτικων παραμυθιών γνωστής ελληνικής εταιρείας. Το παραμύθι άρχιζε κάπως έτσι:

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας έμπορος ο οποίος περπατώντας μέσα στην πολή , μετά από μία κουραστική μέρα σκόνταψε πάνω σε ένα μπουκάλι. Το μπουκάλι ήταν σφραγισμένο, ενώ ένα θαμπό γυαλί δεν σε άφηνε να δεις μέσα του. Δεν ήταν βαρύ και ο έμπορος περίεργος όπως ήταν θέλησε να δει τι κρύβει τούτο το μπουκάλι.

Το πώμα όμως ήταν πολύ σφηνωμένο. Όσες προσπάθειες και να έκανε ελάχιστο αποτέλεσμα είχαν. Αυτό έκανε τον έμπορο να πεισμώσει και να θέλει περισσότερο τώρα να δει τι κρύβει τούτο το μπουκάλι. Έτσι το πήρε μαζί του στο σπίτι για να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία του.

Στο σπίτι μετά από αρκετό κατάφερε τελικά να το ανοίξει. Όμως δεν πρόλαβε να χαρεί σαν το δωμάτιο γέμισε το φως κι ας είχε νυχτώσει. Γύρω οι τοίχοι γέμισαν καπνό και ο έμποράς μας τρόμαξε, και δίκαια, ότι το σπίτι πήρε φωτιά. Δεν πρόλαβε να τρέξει καλά καλά προς την πόρτα όταν μία φωνή τρομαχτική ακούστηκε:

– Ποιος είναι αυτός που άνοιξε το μπουκάλι;

Ο έμπορος πάγωσε. Γύρισε πίσω και είδε ένα τζίνι τεράστιο να στέκεται πάνω από το μπουκάλι και να γεμίζει το δωμάτιο. Είχε γένια τεράστια και πράσινα μάτια.
– Εγώ είμαι , του απάντησε ο έμπορος.
– Τότε πρέπει να σε σκοτώσω. απάντησε το τζίνι.
– Γιατί να με σκοτώσεις; Αφού εγώ σε ελευθέρωσα.
– Δεν αλλάζει η μοίρα σου. Το μόνο που μπορείς είναι να επιλέξεις πώς θα πεθάνεις;
– Αυτή είναι η αμοιβή μου για την ελευθερία σου;

Το τζίνι σώπασε για λίγο. Τον κοίταξε και του είπε:
– Είμαι ένα από τα πιο παλιά πνεύματα. Επειδή παράκουσα τους θεούς με τιμώρησαν να βρίσκομαι κλεισμένος σε αυτό το μπουκάλι. Τα πρώτα 100 χρόνια σκεφτόμουν ότι αυτός που θα με ελευθερώσει θα τον έκανα πλούσιο για όλη του τη ζωή, όμως κανένας δεν άνοιξε το μπουκάλι. Τα επόμενα 100 χρόνια ήθελα να του δώσω όλα τα πλούτη της γης , πάλι κανείς δεν το άνοιξε. Για τον επόμενο τρίτο αιώνα σκεφτόμουν να τον κάνω μονάρχη, αυτοκράτορα όλης της γης και να σταθώ δίπλα του βοηθός σε ότι ήθελε για όλη του ζωή. Πάλι κανείς δεν μου άνοιξε. Έτσι για τους επόμενους αιώνες μέχρι τώρα σκεφτόμουν ότι όποιος άνοιγε αυτό το μπουκάλι θα σκότωνα, αλλά θα του πρόσφερα να εκπληρώσει μία επιθυμία, να επιλέξει τον τρόπο που θα πέθαινε. Έτσι κι εσύ τώρα έχεις να επιλέξεις πώς θα σε σκοτώσω.

Ο έμπορας άκουσε το τζίνι και βουβάθηκε. Όλη του ζωή άλλαζε σε λίγες ώρες. Πριν λίγες ώρες ήταν στο παζάρι και ήταν χαρούμενος (είχαν πάει πολύ καλά οι δουλειές του σήμερα) και τώρα σε λίγο θα πέθαινε, η ζωή του θα τελείωνε «έτσι» σαν φύσημα του ανέμου.

Σκεφτόταν για λίγα λεπτά όταν το τζίνι τον διέκοψε:
– Το λοιπόν αποφάσισες;
– Μου είπες ότι είσαι από τα πιο δυνατά και παλιά πνεύματα. Έτσι δεν είναι;
– Ναι.
– Και ότι ήσουν μέσα σε αυτό το μπουκάλι.
– Ναι , του ξαναπάντησε το τζίνι.
– Όμως εγώ πιστεύω ότι δεν μπορείς να χωρέσεις σε αυτό το μπουκάλι.
– Αφού από εκεί βγήκα.
– Δεν μπορώ να το πιστέψω αν δεν το δω με τα ίδια μου τα μάτια.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του όταν το τζίνι άρχιζε να μπαίνει μέσα στο μπουκάλι. Σε λίγο ακούστηκε μια φωνή από μέσα :
– Τώρα πιστεύεις ότι χωράω;

Ο έμπορος πήρε αμέσως το καπάκι και το κλείδωσε.
– Τώρα είναι δική σου επιλογή να διαλέξεις πώς θα πεθάνεις ή μάλλον πώς θα πετάξω το μπουκάλι στην έρημο.
-Σε παρακαλώ άνοιξέ μου.
– Δε σου ανοίγω. Είσαι ένα δολοφόνος.
– Θα σου δώσω ότι ποθεί η καρδιά σου.
– Δεν σε πιστεύω είσαι άτιμος.
– Άνοιξε μου και θα σου πω πώς θα γίνεις πλούσιος. Δεν θα πληγώσω.

Ο έμπορας άκουσε την μαγική λέξη. Άνοιξε το μπουκάλι και το τζίνι βγήκε έξω. Αμέσως εκείνο βγαίνοντας του έδωσε μια και το έσπασε. Ο έμπορος τρόμαξε.

-Μην ανησυχείς δεν θα σου κάνω κακό…[…]

Την ιστορία αυτή τη έγραψα όπως την θυμώμουν. Και την θυμώμουν μέχρι εκεί. Και δίκαια μια και ο έμπορος ήταν φτωχός ψαράς και το τζίνι θα τον βοήθησε με τη ψαριά του. [Ολόκληρη η ιστορία στα αγγλικά εδώ].

Παρότι την ιστορία δεν την θυμόμουν στην κανονική της εκδοχή, ακόμη και στην παραλλαγή της θυμώμουν την ανόητη εκδικητότητα του τζίνι. Μου φαινόταν τόσο παράλογη. Να θυμώνεις με ένα υποθετικό άνθρωπο. Να είσαι έτοιμος να τον εκδικηθείς. Παράλογο δεν θα λέγατε έναν τέτοιο άνθρωπο (πάλι καλά που δεν χωράμε και σε μπουκάλια);

Κι όμως είναι τόσο συχνή αυτή η αντίδραση. Όλοι έχουμε φερθεί έτσι ή έστω για λίγο σκεφτεί σαν το παράλογο τζίνι. Και κυρίως για τις ερωτικές μας καταστάσεις (ο έρωτας ακραίος όντας , ακραίες καταστάσεις σπέρνει) και φυσικά όχι μόνο.

Το μπουκάλι θα μπορούσε να είναι το σώμα. Το τζίνι η ψυχή μας και οι επιθυμίες μας. Πολλές φορές τυγχάνει να έχουμε δυσκολίες και να είμαστε μόνοι. Να ταξιδεύουμε (στην σωστή εκδοχή) μέσα στην θάλασσα της ζωής ευελπιστώντας σε έναν καλοθελητή να μας «ανοίξει», να θελήσει να μας μάθει. Και εμείς εκεί όντα ταλαιπωρημένοι και καταπιεσμένοι όλο αυτό τον καιρό του δείχνουμε ότι χειρότερο έχουμε. Φυσικά και μόνο ότι το μπουκάλι (-σώμα) είναι έρμαιο αντί να ψάχνει είναι βασικό πρόβλημα. Γιατί έρμαιο στους καιρούς σημαίνει και μια μόνιμη άμυνα. Και καλό να μου τύχει το «διώχνω».

Όμως  η άμυνα μπορεί να δείνει ακεραιότητα αλλά δεν φέρνει αποτελέσματα. Η μοναξιά είναι εκεί. Και η ζωή στη τελική για όλους δύσκολη είναι, οπότε γιατί να την κάνουμε ακόμη πιο δύσκολη; Όχι, φυσικά και δεν λέω να γίνουμε «αθώοι». Όμως ένα χαμόγελο , μια ευγενική κουβέντα μπορεί να κάνει την ζωή μας πολύ πιο όμορφη, και ίσως πιο εύκολη.

Ας χαμογελάσουμε το λοιπόν και ας κλαίει το μίζερο τζίνι μέσα μας. Θα βαρεθεί και θα αλλάξει.