ο άλλος κινηματογράφος

η πρώτη ταινία που είχα δει του Θόδωρου Αγγελόπουλου ήταν το βλέμμα του Οδυσσέα. δεν ήμουν ενήλικας. ήμουν μόλις 14 ετών έφηβος. ήταν τότε που ξεκίνησε ένας έρωτας. η αγάπη για τον κινηματογράφο. για τον άλλο κινηματογράφο. ακόμη οι εικόνες είναι χαραγμένες μέσα μου, η μουσική. Πρέπει να ήταν στο Αττικόν. Πάντα άρεσε στην μητέρα μου να πηγαίνουμε εκεί.

ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζα ήταν ότι εγώ έβλεπα την τέχνη ως ένα είδος παιχνιδιού. δεν μου άρεσε ποτέ ένα έργο επειδή αυτό θα με έκανε πιο… έξυπνο. τι να το κάνεις να έχεις καταλάβει όλο το μονόγραμμα αν δεν μπορεί έστω και μία φράση να σου θυμίσει ένα πληγωμένο φιλί, να σου ξύσει μία λαβωματιά κρυμμένη. δεν είμαι ενάντια στην γνώση. τουναντίον λατρεύω την γνώση.

λατρεύω την προσπάθεια κατανόηση του όλου που προσπαθεί μία μειοψηφία ανθρώπων. η κατανόηση μιας κυτταρικής λειτουργίας μπορεί να με ενθουσιάσει. εκεί που οι περισσότεροι μπορεί να βλέπουν μία βαρετή διαδικασία πρωτεϊνοσύνθεσης εγώ βλέπω ένα καλοστημένο βαλς. και μου φαίνεται τόσο όμορφο.  η επιστήμη είναι η μία μορφή αντίληψης της πραγματικότητας ως είναι.

η τέχνη θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι η μορφή αντίληψης της πραγματικότητας όπως την δεχόμαστε. μην προσπαθήσεις εντελώς νεκρά απλά να δεις τι θέλει να πει ο ποιητής. προσπάθησε πρώτα να σκαλίσεις μέσα σου, να δεις τι μπορεί να λέει σε εσένα πρώτα σε πρωτόλεια βάση. μπορεί να μην ταιριάζετε. μπορεί να μην είσαι έτοιμος. μπορεί απλά να απέτυχε ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

επανέρχομαι όμως στο Θόδωρο Αγγελόπουλο. συνήθως όταν μιλάς για αυτόν κι όταν μάλιστα πεις ότι σου αρέσει η εργογραφία , έχουν όλοι έτοιμη την κριτική τους. βιάζονται ακόμη κι αν δεν έχουν δει ποτέ κάποια ταινία του.

γενικά οι άνθρωποι αγχώνονται με τον άλλον κινηματογράφο. όχι άδικα πάντα,  μια και η όποια επαφή μαζί του πιο πολύ με διαδικασία πανελλαδικών μπορεί να παρομοιαστεί παρά με απόλαυση ή πρόταση. όμως ο ίδιος ο Αγγελόπουλος δεν θέλει να αντιμετωπίζονται έτσι οι ταινίες.

Εδώ σε μία συνέντευξη που είχε δώσει σε ένα τοπικό κρητικό κανάλι όπου δυσφορεί στο αναφορά για αναζήτηση μηνυμάτων στις ταινίες του (χρονικό σημείο 25:05) αν και αξίζει να την παρακολουθήσετε ολόκληρη μια και ήταν ένας πολύ συγκροτημένος άνθρωπος και καθόλου νάρκισσος.

 

Advertisements

δανίκα. άντε γεια!

Όπως είχα γράψει σε ένα προηγούμενο post περίμενα με μεγάλη αγωνία την μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου «Ο δρόμος».

Μετά από μία ανυπόφορη καθυστέρηση 2 μηνών και κάτι, πριν πάω να το δω είπα να διαβάσω κριτικές, μία  ήταν και του δανίκα που πια τον διαγράφω από την λίστα των κριτικών κινηματογράφου. Ο άνθρωπος περνάει τις ταινίες στο forward και βγάζει συμπεράσματα. Πιθανόν το συνδυάζει και με ναρκωτικά της κάποτε ελευθεριακής του φάσης (lsd, μανιτάρια – αυτής της γενιάς με τέτοια την έβρισκαν  😛 ).

Παραθέτω  του άχρηστου την κριτική από τα νέα:

Απίστευτη αντιστροφή. Η καλλιτεχνική ταινία «Ο δρόμος» (Τhe Road) αγκαλιά με τη Βίβλο, τη θρησκεία και τη μεταφυσική. Ο εμπορικός «Λυκάνθρωπος» με τον ρεαλισμό, την αλληγορία και την πολιτική. Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός!

Το σενάριο από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι («Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους»). Η σκηνοθεσία του Τζον Χίλκοουτ. Το στόρι βιβλική εφιαλτική μελλοντολογία. Δηλαδή κάποτε στο μέλλον όλα γκρεμισμένα, ερειπωμένα, τελειωμένα. Από πυρηνικό όλεθρο; Μπορεί. Από οικολογική καταστροφή; Κι αυτό μαζί. Από επιδημίες και ιούς; Φυσικά. Όλοι οι φόβοι μας εκεί. Άδειοι δρόμοι. Καταστρεμμένα σπίτια. Η Γη να χορεύει σεισμό. Τα δέντρα να πέφτουν σαν χάρτινοι πύργοι. Ο ουρανός σκοτεινός. Η θερμοκρασία below zero. Άκρα του τάφου σιωπή. Λοιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί. Μοναδική κιβωτός σ΄ αυτή την απέραντη κατακλυσμιαία καταστροφή, ένας πατέρας (Βίγκο Μόρτενσεν) παρέα με τον μικρό του γιο. Άστεγοι, άρρωστοι, γυρολόγοι, πρωτόγονοι. Δύο πλάσματα ρακένδυτα, πεινασμένα, τρομοκρατημένα, απελπισμένα. Περικυκλωμένα από αόρατες ομάδες κανίβαλων εχθρών. Οποιαδήποτε στιγμή. Από το πουθενά. Από ένα άδειο σπίτι. Από τα δέντρα. Από παντού. Οι άνθρωποι σαν τα κτήνη. Αναζητούν τροφή. Σκοτώνουν και χορταίνουν με σάρκες ανθρώπου. Η μεγάλη ανατριχίλα. Η πορεία της πιο ανελέητης επιβίωσης. Η επιστροφή της φυλής στην εποχή των σπηλαίων. Η επαλήθευση της προφητείας. Βοήθεια! Είναι κανείς έξω εκεί;

Θεός και φύση συνωμοτούν εναντίον ανθρώπου. Να τιμωρήσουν την αλαζονεία του. Να μαστιγώσουν την απληστία του. Να ξαναφτιάξουν τον κόσμο από μηδενική βάση. Ο συγγραφέας τοποθετεί το πρόβλημα ως εξής: «Όταν βλέπεις εφιάλτες, φοβάσαι, ζεις. Όταν ονειρεύεσαι, ν΄ αρχίσεις να ανησυχείς». Που πάει να πει, ο φόβος σε κρατάει στη ζωή. Επομένως, κυνήγι για τροφή. Επομένως, μ΄ ένα όπλο να πορεύεσαι ώστε από τον ανθρώπινο κίνδυνο να γλιτώσεις. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Το πτώμα σου η τροφή μου. Άκρατος ανταγωνισμός. Αχόρταγος κανιβαλισμός. Ο ΜακΚόρμακ ακραία περιγράφει το πρόβλημα. Όμως το βλέπει θρησκευτικά και ολότελα εξωτερικά. Ποια η διαφορά ανάμεσα σε μια ταινία τρόμου και σπλάτερ απ΄ αυτή τη μονότονη καταθλιπτική διαδρομή; Επί της ουσίας , καμιά.

Απαίδευτοι οι Αμερικανοί στην εσωτερική γραφή. Όλα για την εντύπωση, το σοκ, το επιδερμικό, το εύκολο και καταστροφικό. Όλα εξωτερικά.

Το ίδιο συμβαίνει και εδώ.

Επί δύο ώρες βλέπουμε το ίδιο σκηνικό. Έτσι, μονόχορδη η ουσία, μονότονο το σκηνικό. Η μία σκηνή να επαναλαμβάνει την επόμενη χωρίς εξέλιξη, δραματουργία, χαρακτήρες. Η αντίθεση μία και μοναδική. Εντελώς σχηματική. Ο κόσμος στην καταστροφή. Μοναδική ελπίδα αυτοί οι δύο εκλεκτοί.

Η σχηματική, θρησκευτική, βιβλική αλληγορία καθορίζει και την ερμηνεία. Μονοδιάστατος ο Μόρτενσεν. Αβανταδόρικος ο ρόλος του. Καλώς έκαναν και δεν τον έβαλαν στις υποψηφιότητες για τον καλύτερο ανδρικό ρόλο. Η Σαρλίζ Θερόν εμφανίζεται ελάχιστα λεπτά. Μόνο σε μερικά φλας μπακ. Η νεκρή σύζυγος του Μόρτενσεν. Το όνομά της έτσι και μόνο για την αγορά. Σχηματικό και το επιμύθιο. Μόνο η οικογένεια. Η καλή καρδιά. Οι καλοί άνθρωποι. Οι επίγειοι άγγελοι. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Γιατί με τόσους καλούς και φτωχούς που διαθέτει αυτός ο πλανήτης, ζωή μας θα έπρεπε να ήταν παράδεισος σωστός!

Οι σημειώσεις πάνω στην «κριτική» του άχρηστου είναι δικές μου. Συγκεκριμένα αυτά που αναφέρει ούτε καν υπάρχουν στην ταινία. Πουθενά η ταινία δεν αναφέρεται στο ότι όλα αυτά έχουν γίνει γιατί χάσαμε την πίστη μας ή γιατί γίναμε άπληστοι. Ακριβώς και για αυτό το λόγο δεν συγκεκριμενοποιείται το γιατί έχει επέλθει αυτή η καταστροφή. Μιλάει για την ανθρώπινη φύση και η ταινία και το βιβλίο. Και το πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις την ανθρωπιά και τις αξίες σου σε τέτοιες καταστάσεις. Δεν ξέρω τι ναρκωτικά παίρνει ο ανίκανος αλλά πουθενά δεν λέει για βίβλο κτλ η ταινία. Αυτό που αφήνεται να εννοηθεί είναι ότι για κάποιο λόγο (άγνωστο) δεν ζουν τα ζώα και τα φυτά. Οπότε λόγω της έλλειψης τροφής πράγματι κάποιοι άνθρωποι έχουν στραφεί στον κανιβαλισμό. Και για να μην πάμε και πολύ μακριά σε περιόδους μεγάλων λοιμών του 20ου αιώνα είχαν παρατηρηθεί πολλά τέτοια κρούσματα (ανθρωποφαγίας) – στην ΕΣΣΔ και στην Κίνα για παράδειγμα.

Ο άχρηστος συνεχίζει λέγοντας ότι οι αμερικανοί είναι επιδερμικοί στις ταινίες τους. εγώ θα του πω να μελετήσει τα άπαντα του ραφαηλίδη για να μάθει πώς γράφονται οι κριτικές, αλλιώς ας αλλάξει επάγγελμα. Μία έγινε καραγκιόζης με τις ζωές των άλλων, μία με τους 300 που απλά δεν ήξερε τι έκρινε, ε και τρίτη φορά. άντε γεια ρε δανίκα. άντε γεια.

Οι πιο σωστές κριτικές που βρήκα για την ταινία ανήκουν στο ποντίκι και στο f.a.q.

Η δική μου άποψη είναι ότι είναι μια πολύ καλή μεταφορά του βιβλίου. Μέσα στο κλίμα. Αλλά όντας πολύ κοντά θα έπρεπε κάποιες σκηνές να τις δέσει πιο καλά κινηματογραφικά γιατί αλλιώς λειτουργούν στην ανάγνωση και διαφορετικά ως εικόνες. Αποτέλεσμα κάποιες μικρές «κοιλιές».

Η φωτογραφία και οι εικόνες της μου άρεσαν. Ενώ απέδωσε πολύ καλά την στοργή του πατέρα και την προσπάθειά του να προστατέψει το παιδί, καθώς και την δύναμη που προσπαθούσε να έχει ώστε να το ενδυναμώνει ψυχολογικά.

Στο δρόμο τους πατέρας και γιος θα συναντήσουν διάφορους ανθρώπους. Θα ρισκάρουν για την εμπιστοσύνη που θα πρέπει δείξουν ανά περίσταση. Και όχι δεν είναι οι μόνοι καλοί όπως γράφει ο ανόητος (φαντάζομαι την πήρε από το μοναστηράκι και την ώρα που έχεζε θα την έβαζε να παίζει , έτσι να βγάλει μία κριτική).

Η τελευταία σκηνή απλά όπως και στο βιβλίο είναι αναπάντεχη. Και υπάρχουν διάφορες γνώμες για το αν είναι ταιριαστή.

Αν σας έπεισε η κριτική μου (ή και θάψιμο στον άχρηστο) ή οι κριτικές που σας πρότεινα, χωρίς ποπ κορν πηγαίνετε να την δείτε. Και ελάτε να την συζητήσουμε…