ο χαμογελαστός γύφτος

Στον Ηλεκτρικό απόγευμα.

Όπως πάντα τα τελευταία χρόνια θλιμμένες φάτσες, ανέκφραστες, που κοιτούν στο κενό. Που θέλουν να κρυφτούν από την πραγματικότητα. Σέρνονται σε κάθε τους βήμα.

Ίσως το βράδυ να ανεβάσουν κάποια φωτογραφία με κολαριστό χαμόγελο στο φασομπούκι.

Μέσα στο τρένο μπαίνουν δύο γύφτοι. Γύρω στα 60 τους έκοψα. Κουβαλούσαν ψάθα για καρέκλες. Ο ένας φαφούτης. Ίσως μάλιστα να είχε μόνο ένα δόντι.

Όμως χαμογελούσε. Όχι ψεύτικα. Το έβλεπες στα μάτια του. Μία παραφωνία τέτοια που τον φοβηθήκαμε. Εμείς που τα μετράμε όλα.

Πώς γίνεται αυτός , ο τελευταίος,  να μπορεί να είναι τόσο χαμογελαστός, από καρδιάς;

Ίσως ευχηθήκαμε να υπήρχε  και κάποια Ασφάλεια να τον μαζέψει. Τόσο τρομερός.

Φτάσαμε στο τέρμα και κατεβήκαμε γεμάτοι τρόμο που ούτε μία στιγμή δεν τολμάμε να δακρύσουμε αλλά και να χαμογελάσουμε χωρίς να τα περάσουμε από βιτρίνα.

Ίσως τελικά ο γύφτος να ήξερε πολλά και να μας λυπόταν.

Advertisements

χαμόγελω – χαμογελό

Ξεχάσαμε.

Το χαμόγελό μας.

Στη θέση του βάλαμε ένα γεμάτο γκλίτερ.

Το χειρότερο;

Εναποθέσαμε σ’ αυτό τις ελπίδες μας.

Μας θάμπωσε η ψεύτικη λάμψη.

Μεγάλη η ευθύνη μας.

μακάρι να θυμόμασταν πόσα χρωστάει το χαμόγελο στην ματιά μας

στην καρδιά που λαχταρά σαν μικρό παιδί

χαμόγελω

χαμογελό

στα χείλη που προσμένω

ν’ ασφαλίσω

τα όνειρά μου

 

τόσα χαμόγελα

τόσα όμορφα χαμόγελα
λουλούδια που θέλουν να 

τα σβήσουν

διότι δεν έμαθαν να εκτιμούν την
 τακτοποιημένη τους

ασχήμια.

τόσα νέα χαμόγελα
και τόσοι νεκροί πίσω

από τα κράνη
που μισούν ότι ανθίζει και δεν επιζητά

την σιωπή.

τόσα χαμόγελα
που δεν μάθανε

την αναπνοή τους
να την αγγίζουν με

ντροπή.

τόσα χαμόγελα
που η

ματιά τους
τολμά να ονειρευτεί.

γι΄αυτό τους μισούν
γι’ αυτό τους χλευάζουν 

οι υποταγμένοι νεκροί

flame tree

flame tree
Οι γλυκές φωτιές των καλοκαιριών

να καίνε τις μαύρες  μας σκέψεις του χειμώνα.

Να τις κάνουν όνειρα ,

γεμάτα έρωτα

αρμυρά ηλιοκαμμένα φιλιά.

ως πότε;

Ως πότε θα ανεχόμαστε αυτό τον εφιάλτη

και θα ξυπνήσουμε;

Να  τολμήσουμε επιτέλους να ονειρευτούμε…;

Μέρες αναμονής

Ο χρονος
ένας αργοσχολος.

Μοιάζει να μην τον απασχολεί τίποτα. Νωχελικά χάνεται στις νωτισμένες  απ’ όνειρα νύχτες, στα ξεμπαρκα κύμματα.

Περιπλανιέται σε λαβυρίνθους που χάραξε ένας μπόμπιρας στην άμμο ‘ τότε που η θάλασσα δεν γέμιζε λήθη. Ίσως λάθη, κι αυτά γλυκά.

Ξεχνιέται αργοσχολα(;)
μα με υπομονή

Κι επίμονα γυρεύει ταξίδι,
ν’ ανασάνει και πάλι.

τι θέλει να πει ο ποετής;

Πολλοί θα μιλήσουν για ποίηση, για το τι είναι ποίηση. Σίγουρα δεν είναι το τι θέλει να πει ο ποιητής (*). Μία από τις πρώτες μορφές έκφρασης του ανθρώπου, αυτό σίγουρα. Σίγουρα επίσης δεν είναι για τους λίγους αλλά όχι και για τους πολύ πολλούς. Δεν έχει νόημα να ψάχνεις συνεχώς το νόημα πίσω από τις λέξεις, αν δεν σε έχει αγγίξει ούτε μία χροιά των στίχων. Και ναι μοιάζει τρελό που μέσα από τόσους παράλογους συνειρμούς βγαίνει νόημα  που ίσως μία διατριβή να μην έφτανε. Συνήθως είναι θλιμμένη, μια και στη λύπη ψάχνουμε να βρούμε τα σπασμένα κομμάτια μας και να τα μαζέψουμε, να βρούμε ίσως το γιατί. Κι από τα «άσχετα» θραύσματα, τις άσχετες εικόνες εμφανίζεται αυτή.

και κάτι ακόμα, θέλει χρόνο, δεν απευθύνεται στους βιαστικούς.

Μία ωραία σχετική σκηνή (σε δύο συνέχειες στο youtube) από την ταινία «ο κύκλος των χαμένων ποιητών«.

Για το ποίημα Oh captain my captain που αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της ταινίας .μπορείτε να βρείτε πληροφορίες εδώ από την wikipedia

(*) έχεις μία γεύση τρικυμίας στα χείλη… [Μαρίνα των βράχων, Οδυσσέας Ελύτης] το ερωτευμένο το φιλί τέτοια γεύση δεν έχει; χρειάζεται λυσάρι;