Γεώργιος Βιζυηνός – Διηγήματα Α’

με αφορμή το βιβλίο «Γεώργιος Βιζυηνός – Διηγήματα Α’ » εκδόσεις Νεφέλη

   Η επαφή μου με την παλιά ελληνική λογοτεχνία ήταν πάντα σαν ένα ταξίδι σε ξεχασμένα λιμάνια και τόπους. Ένα ταξίδι που ξεκινά από μικρή ηλικία και το οποίο το οφείλω στην μάνα μου. Σε παιδική ηλικία, πέρα από τα πιο σύγχρονα για τότε παιδικά βιβλία , ήρθα και σε επαφή με τον «Μάγκα» και τον «Τρελαντώνη» της Πηνελόπης Δέλτα. Τα συγκεκριμένα αποτελούν και την πρώτη σοβαρή προσπάθεια για ελληνική παιδική λογοτεχνία. Σίγουρα μία πολύ διαφορετική εποχή με αρκετά διαφορετική , αλλά όχι και τόσο, γλώσσα, και νοοτροπίες. Πολύ πιο μετά ταξίδεψα στην «Αιολική γη» , συγκινήθηκα με το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» και σε πιο εφηβική ηλικία ακολούθησα τους δαιδάλους της «Φόνισσας» και την διαδρομή της «Πάπισσας Ιωάννας». Όμως η διαδρομή δεν αφορούσε αποκλειστικά την ανάγνωση. Υπήρχε και το θέατρο όπου το κουβάρι της ελληνικής «Βαβυλωνίας» ξετυλιγόταν μπροστά μου, παρουσιάζοντάς μου ένα οικείο μέσα στον παραλογισμό του, κόσμο. Τις ετερόκλητες νοοτροπίες που προσπαθούσαν να αποκτήσουν κοινό τόπο ανάγνωσης και δράσης (sic).

  Παρότι πολλοί και πολλές μπορεί να τους ακούγονται πολύ βαριά όλα αυτά θα πω ότι ποτέ δεν έγιναν με επιβολή αλλά ως προτάσεις. Ένα ταξίδι δεν μπορεί να επιβληθεί, αν και «επιβάλλεται» να μάθεις να δοκιμάζεις και να ταξιδεύεις.

  Παρότι δεν ήμουν και ο καλύτερος μαθητής στην γλώσσα και στα φιλολογικά, μάλλον κάκιστος θα έλεγα, δεν με προβλημάτισε ποτέ η παλιά γραφή. Είτε μου δώσετε ένα πολυτονικό κείμενο είτε ένα μονοτονικό, μου είναι αδιάφορο. Αγνοώ τα «μπαρμπαδάκια» τριγύρω από τις λέξεις και εστιάζω στην γραφή του συγγραφέα. Ένα καλό κείμενο είναι ένα καλό κείμενο ανεξαρτήτως τονισμού. Μπορεί κανείς να συναντήσει μονοτονικό κείμενο πολύ βαριά στολισμένο και οπισθοδρομικό, κι από την άλλη ένα πολυτονικό μοντέρνο και πειραματικό.

  Ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς αυτής της εποχής είναι ο Βιζυηνός. Παρότι γράφει σε αρχαΐζουσα, η γραφή του είναι λιτή και ουσιαστική. Στην κείμενά του παρακολουθούμε την ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα όπου όμως μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι επικρατούσαν και τότε αντίστοιχες εσωτερικές αντιθέσεις. Σύγκρουση δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας και ρωμαίικης (ελληνικής). Η μοντέρνα νέα γενιά, σπουδαγμένη σε σχέση με την προηγούμενη, αντιμετωπίζει την παράδοση των γονιών της σαν κάτι ξένο και παρωχημένο.

Στο συγκεκριμένο τομίδιο υπάρχουν τα εξής διηγήματα:

  • Το αμάρτημα της μητρός μου
  • Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου
  • Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως

  Από τα τρία , τα δύο πρώτα που είναι και τα πιο γνωστά, είναι κορυφαία. Ενώ το τρίτο δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Θα προσπαθήσω να σας τα περιγράψω αλλά θα είμαι όσο μπορώ συνοπτικός. Οι «αποκαλύψεις» συνήθως χαλάνε την μαγεία της ανάγνωσης και δεν αφηνόμαστε εύκολα μετά στο παιχνίδι των λέξεων.

  Τα δύο πρώτα διηγήματα, το λοιπόν, είναι έντονα αυτοβιογραφικά. Καλό είναι διαβαστούν με την σειρά έκδοσης παρότι διαβάζονται άνετα και αυτόνομα.

  Στο «Το αμάρτημα της μητρός μου» η μητέρα του συγγραφέα εμφανίζεται να έχει μία παθολογική ανάγκη να υιοθετεί κορίτσια. Μία μανία που σταδιακά αναστατώνει την ζωή των αγοριών της οικογένειας και οδηγεί στον θυμό αν όχι οργή. Γεγονός που το επιδεινώνει και η άθλια οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Όμως η αλήθεια δεν είναι τόσο προφανής, και ένα μυστικό από το παρελθόν έρχεται να αιτιολογήσει τα πάντα.

  Στο «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδερφού μου» πάλι πρωταγωνιστεί η μητέρα του συγγραφέα αν και παρασκηνιακά περισσότερο. Ανακοινώνει τον συγγραφέα ότι ο αδελφός του έχει δολοφονηθεί κι ότι εκείνη αναζητά τον δολοφόνο. Ταυτόχρονα εμφανίζεται κι ένας Τούρκος με την μητέρα του οι οποίοι την θεωρούν ευεργέτιδα. Πάλι το παρελθόν θα έρθει να εξηγήσει το παρόν κι όχι απαραίτητα με προφανείς τρόπους.

  Και στα δύο διηγήματα ο συγγραφέας ακροβατεί , ανά σημεία, μεταξύ του τραγικού και του τραγέλαφου. Είναι δραματικά όμως και ανθρώπινα. Αυτοσαρκαστικά και τρυφερά. Αγαπά τους ήρωές του ο Βιζυηνός και δεν προσπαθεί να τους «στήσει στον τοίχο». Μπορεί να δει και το τραγικό τους και το αστείο τους (αν όχι γελοίο του).

  Από ιστορικής άποψης, εξαιρετικές βρήκα τις αναφορές στους πρώτους ταχυδρόμους, στο πώς έβλεπαν οι Έλληνες τους Τούρκους, την αίσθηση του καθήκοντος των λαϊκών ανθρώπων ως προς την τιμή, την αλληλεγγύη και της φιλοξενία. Μάλιστα τα τελευταία με ετερόκλητο θρησκευτικό μανδύα αλλά με κοινό παρανομαστή. Τέλος η αναφορά στις πρώτες εμφανίσεις των Νεότουρκων που περιγράφονται σαν αφελείς και επιπόλαιες προσπάθειες εκδυτικοποίησης της τούρκικης κοινωνίας.

  Το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»  δεν το βρήκα τόσο ενδιαφέρον. Με κούρασε. Πλατειάζει, μοιάζει να μην έχει στόχο, άνοστο.

  Αρχικά υπέθετα λόγω τίτλου ότι αναφερόταν στην Νεάπολη Εξαρχείων. Αφού είδα ότι αναφέρεται σε μεγάλο ταξίδι με πλοίο , υπέθεσα την Νέαπολη Λακωνίας. Ούτε. Στην Νάπολη αναφερόταν (Νεάπολη Ιταλίας). Αυτό φυσικά αποτελεί μία μικρή λεπτομέρεια.

  Ο συγγραφέας ξεκινά ένα ταξίδι για την Νάπολη από το λιμάνι του Πειραιά. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού συναντά μία γνωστή του έφηβη και τον πρέσβη πατέρα της. Οι ταξικές και κοινωνικές διαφορές είναι έντονες όπως και ο πρόσκαιρος ενθουσιασμός του συγγραφέα για τα παιχνιδίσματα της έφηβης. Ο ενθουσιασμός του είναι τόσος που ανέχεται την ανούσια φλυαρία του πατέρα της.

  Παρότι θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη αξιόλογο διήγημα δυστυχώς μοιάζει να μην έχει ειρμό και κυρίως στόχευση. Εμφανίζονται δύο ταυτόχρονα στόχοι

  Ο ένας είναι η έφηβη κοπέλα, ο ερωτικός ενθουσιασμός που προκαλεί,  καθώς και η θέση της γυναίκας ασχέτως τάξης εκείνη την εποχή

  Ο άλλος είναι ο πατέρας πρέσβης με την βαθύπλουτη κενότητά του και την κοινωνική του απόσταση από τα καθημερινά.

   Κανένα από τα δύο τελικά δεν προσεγγίζεται επαρκώς.

-//-

  Παρόλες τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσει ένα σύγχρονος αναγνώστης λόγω της γλώσσας κυρίως,  θεωρώ ότι το ταξίδι στα κείμενα της παλιάς λογοτεχνίας αξίζει. Είναι καλό να ερχόμαστε σε επαφή με αυτά τα κείμενα και να αποκτούμε μία πιο σφαιρική εικόνα της ταυτότητάς μας.  Ο Βιζυηνός δεν νοιώθει ούτε υποδεέστερος ούτε ανώτερος. Απλά περιγράφει. Συνθέτει έναν καθρέπτη από ετερόκλητα κομμάτια χωρίς κόμπλεξ ανωτερότητας ή κατωτερότητας (πλευρές του ίδιου νομίσματος). Ξέρει ότι σε αυτόν τον καθρέπτη ανήκει κι αυτός και προσπαθεί να είναι αληθινός, ειλικρινής. Ο Ρωμιός και ο Ευρωπαίος κάθονται και συνομιλούν , με τα λάθη τους και τα σωστά τους.

Καλό  μας ταξίδι

 

Λύσσα – για ένα αυτοοργανωμένο και αντιεμπορευματικό κινηματογράφο

Μετά από καιρό ήρθε η ώρα να μιλήσω για μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου, τα γυρίσματα της ταινίας «Λύσσα». Το τι είναι αυτή η ταινία καθώς και τους στόχους τους μπορείτε να τα δείτε αναλυτικά στην ιστοσελίδα που έχει στηθεί για την ταινία. Όποιος τυχερός μπορεί να δει την ίδια την ταινία σε κάποια τοπική προβολή. Ενώ μελλοντικά θα μπορείτε να την δείτε και μέσω της ίδιας της ιστοσελίδας.

Εγώ το μόνο που θα καταθέσω είναι ένα μικρό κείμενο εντυπώσεων από την όλη διαδικασία. Μία διαδικασία που ακόμη εξελίσσεται και παράγει. Νοιώθω πολύ τυχερός που το έχω ζήσει και οι εικόνες είναι χαραγμένες μέσα στο μυαλό μου.

-//-

 

Είναι 6μιση ώρα το πρωί. Εκτός από φαντάρος άλλες φορές δεν θυμόμουν να ξυπνούσα τέτοια ώρα. Όμως δεν νοιώθω ότι με περιμένει σκοπιά. Έξω ο ήλιος ανατέλλει και έχει μία ελαφριά ψυχρούλα. Μυρίζει φρυγανισμένο ψωμί και βούτυρο. Σηκωνόμαστε διαδοχικά. Νοιώθω μια μικρή κούραση αλλά όχι δυσφορία (το αντίθετο). Είναι μέρες που έχουμε αντίστοιχα ξυπνήματα και προγράμματα. Κι ίσως κάποιο βράδυ να ήμασταν στη μέση του πουθενά , όπου μήνα καλοκαίρι θέλαμε κουβέρτα. Άραγε σήμερα θα πετύχει πιο εύκολα η σκηνή; Θα φανεί καλά το μακιγιάζ, θα είναι έτοιμο στην ώρα του; Θα ακουστεί πάλι κάποιο αλυσοπρίονο από κάνα χωράφι κάνα χιλιόμετρο μακρυά ή κάποιο αεροπλάνο; Τα φώτα; Θα βρισκόμαστε όλοι στην ώρα μας στο τάδε χωριό;

Αγουροξυπνημένα χαμόγελα. Εξηγήσεις. Διευκρινήσεις. Κάποιος που θέλει να κοιμηθεί λίγο παραπάνω. Πειράγματα. Άλλοτε έξυπνα, άλλοτε χαζά.

Το φως πράγματι μοιάζει σαν να χτυπάει ντάλα ο ήλιος πάνω στο παράθυρο. Δεν ξέρω πώς το κάνουν αλλά ο σταύλος μοιάζει με πίνακα. Τα ρούχα φορεμένα και όπως πρέπει. Τη παιδική κούκλα την μάζεψε άλλος.  Το σκηνικό το χουν μαστορέψει στην λεπτομέρεια και μία χαλασμένη σιλικόνη βάσης βοηθά στην παλαίωση. Δοκιμάζουν τα λόγια, τον ρόλο. Ίσως καλύτερα να το πεις έτσι. Εδώ μία ρυτίδα λιγότερη ίσως; Γαμώτο κάποια παιδάκια κλαίνε και κάποιος κόβει χόρτα με μηχάνημα. Κι ίσως διψάμε. Τα φώτα καίνε.Κι όμως πάντα αυτός καταφέρνει να είναι ήρεμος και με το χαμόγελο σε κατάσταση ζεν. Κι αυτό το άλογο πεινά πολύ κι όταν γουργουρίζει ακούγεται σαν πλυντήριο.

 Το βράδυ οι περισσότεροι εκεί, Βλέπουμε τι φτιάξαμε. Συζητάμε. Κρίνουμε. Διαφωνούμε. Άλλοτε ήρεμα. Άλλοτε όχι. Ίσως η τάδε σκηνή θα έπρεπε να γίνει με τον τάδε τρόπο.

Ένα ερειπωμένο σπίτι γεμάτο νυχτερίδες. Ένα εκκλησάκι γεμάτο αγιογραφίες  με εσωτερική γούρνα για το βρόχινο νερό. Το φαράγγι στην μέση του πουθενά με συντροφιά τον προβολέα και τον γαλαξία απάνω απ τα κεφάλια μας. Το ροζ του ηλιοβασιλέματος , τόσες ροζ αποχρώσεις σε ηλιοβασίλεμα δεν έχω δει. Τα σπίτια με τα προσωπεία στους τοίχους.

και κυρίως οι άνθρωποι που γέννησαν αυτές τις αναμνήσεις

 

ο άλλος κινηματογράφος

η πρώτη ταινία που είχα δει του Θόδωρου Αγγελόπουλου ήταν το βλέμμα του Οδυσσέα. δεν ήμουν ενήλικας. ήμουν μόλις 14 ετών έφηβος. ήταν τότε που ξεκίνησε ένας έρωτας. η αγάπη για τον κινηματογράφο. για τον άλλο κινηματογράφο. ακόμη οι εικόνες είναι χαραγμένες μέσα μου, η μουσική. Πρέπει να ήταν στο Αττικόν. Πάντα άρεσε στην μητέρα μου να πηγαίνουμε εκεί.

ένα πρόβλημα που αντιμετώπιζα ήταν ότι εγώ έβλεπα την τέχνη ως ένα είδος παιχνιδιού. δεν μου άρεσε ποτέ ένα έργο επειδή αυτό θα με έκανε πιο… έξυπνο. τι να το κάνεις να έχεις καταλάβει όλο το μονόγραμμα αν δεν μπορεί έστω και μία φράση να σου θυμίσει ένα πληγωμένο φιλί, να σου ξύσει μία λαβωματιά κρυμμένη. δεν είμαι ενάντια στην γνώση. τουναντίον λατρεύω την γνώση.

λατρεύω την προσπάθεια κατανόηση του όλου που προσπαθεί μία μειοψηφία ανθρώπων. η κατανόηση μιας κυτταρικής λειτουργίας μπορεί να με ενθουσιάσει. εκεί που οι περισσότεροι μπορεί να βλέπουν μία βαρετή διαδικασία πρωτεϊνοσύνθεσης εγώ βλέπω ένα καλοστημένο βαλς. και μου φαίνεται τόσο όμορφο.  η επιστήμη είναι η μία μορφή αντίληψης της πραγματικότητας ως είναι.

η τέχνη θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι η μορφή αντίληψης της πραγματικότητας όπως την δεχόμαστε. μην προσπαθήσεις εντελώς νεκρά απλά να δεις τι θέλει να πει ο ποιητής. προσπάθησε πρώτα να σκαλίσεις μέσα σου, να δεις τι μπορεί να λέει σε εσένα πρώτα σε πρωτόλεια βάση. μπορεί να μην ταιριάζετε. μπορεί να μην είσαι έτοιμος. μπορεί απλά να απέτυχε ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

επανέρχομαι όμως στο Θόδωρο Αγγελόπουλο. συνήθως όταν μιλάς για αυτόν κι όταν μάλιστα πεις ότι σου αρέσει η εργογραφία , έχουν όλοι έτοιμη την κριτική τους. βιάζονται ακόμη κι αν δεν έχουν δει ποτέ κάποια ταινία του.

γενικά οι άνθρωποι αγχώνονται με τον άλλον κινηματογράφο. όχι άδικα πάντα,  μια και η όποια επαφή μαζί του πιο πολύ με διαδικασία πανελλαδικών μπορεί να παρομοιαστεί παρά με απόλαυση ή πρόταση. όμως ο ίδιος ο Αγγελόπουλος δεν θέλει να αντιμετωπίζονται έτσι οι ταινίες.

Εδώ σε μία συνέντευξη που είχε δώσει σε ένα τοπικό κρητικό κανάλι όπου δυσφορεί στο αναφορά για αναζήτηση μηνυμάτων στις ταινίες του (χρονικό σημείο 25:05) αν και αξίζει να την παρακολουθήσετε ολόκληρη μια και ήταν ένας πολύ συγκροτημένος άνθρωπος και καθόλου νάρκισσος.

 

Μαουτχάουζεν

μαουτχάουζεν
Δυστυχώς πρέπει να ξαναδιαβαστεί.

Όταν το διάβασα άκουσα πολύ διαφορετικά τον κύκλο τραγουδιών Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν του Μίκη.

Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του Καμπανέλλη. Ρέει άμεσα. Γρήγορα. Δεν σου εκβιάζει το συναίσθημα. Θα μπορούσε. Δεν το κάνει..

Μας μιλά για ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου οι κρατούμενοι προετοίμαζαν το θάνατό τους, μύριζαν το θάνατό τους. Δυστυχώς όμως ο κόσμος ξεχνά. Όχι μόνο εδώ στον τόπο μας. Γενικά ο άνθρωπος επιλέγει να ξεχάσει. Έπειτα είναι έτοιμος να επαναλάβει τα ίδια και χειρότερα εγκλήματα. Ελπίζω να διαψευσθώ.

διαβάστε το και έπειτα ακούστε και το δίσκο.

Ξεχωρίζω δύο τραγούδια. Το Άσμα Ασμάτων και τον Αντώνη.

eden και dvorak

eden

αγαπημένο μάνγκα

μεταποκαλυπτικό. σκοτεινό.σύχρονο. όπως το μέλλον.

αξίζει να το διαβαστεί και να προβληματίσει.

για μουσική συνοδεία προτείνω το άλμπουμ του  Τσέχου Τόμας Ντβόρακ Zorya (Ζόρια).

καλή ανάγνωση και ακρόαση

 

ναι είναι φωτογραφημένο ανάποδα 🙂

 

αγάπη μου, λατρεία μου

το άκουσα μετά από χρόνια στην εκπομπή της Ευγενίας  με αφορμή της συνεργασίας της Λίνας Νικολακοπούλου με τον σταθμό «στο κόκκινο»

όλοι οι στίχοι μου μιλάνε αλλά πιο πολύ αυτό το τετράστιχο:

Αγάπη μου, λατρεία μου
κουβέντα κι ιστορία μου
δικό μου πεπρωμένο
Χριστέ και Παναγία μου

 

πέρα του ότι είναι ένα πολύ τρυφερό τραγούδι, είναι ταυτόχρονα ένα τραγούδι όπου κάθε λέξη κρύβει πολλά κι ας φαίνεται να έχει μπει για απλή ομοιοκαταληξία.
φυσικά δεν είναι μόνο οι στίχοι αλλά  και το ντουέτου του Σταμάτη Κραουνάκη με την Λίνα Νικολακοπούλου που απογειώνει το κομμάτι.

Στίχοι και φωνές , κομμάτια παζλ μιας καθημερινότητας που με απλές, ίσως και τετριμμένες λέξεις εκφράζει αυτά που τόσο βλακωδώς προσπαθώ τόση ώρα να περιγράψω. Όμως όταν αγαπάς μία λέξη, ένα βλέμμα λένε πολύ περισσότερα από όσα αγωνιούμε να πούμε ή να κρύψουμε. Αυτό όμως είναι άλλο κομμάτι κι εγώ φλυαρώ. Το τραγούδι τα λέει όλα και μία ανάλυσή του θα ήταν εκτέλεση ενός έρωτα, αγάπης. Κι ο έρωτας δεν λατρεύει την ανάλυση , χάνει το μυστήριό του. Λατρεύει το άγνωστο που δεν γνωρίζουμε γιατί αγαπάμε.

σε ευχαριστώ Λίνα. σε ευχαριστώ Ευγενία

σε ευχαριστώ  εσένα που ταξιδεύω αυτό το βαλς μαζί σου τόσο καιρό και δεν το μετανιώνω, αλλά πεισμώνω για περισσότερο ταξίδι.

νέο άλμπουμ και μία δροσερή καλοκαιρινή πρόταση

Καταρχήν το αγαπημένο δίδυμο Ροντρίγκο και Γκαμπριέλα μόλις κυκλοφόρησαν την τελευταία τους δουλειά. Δεν το έχω αγοράσει ακόμη αλλά ανυπομονώ. Για όσους δεν τους γνωρίζουν το δίδυμο αυτό ήταν πρώην μεταλάδες και συγκεκριμένα θρασάδες σε μεξικανικό συγκρότημα. Έχοντας ξεμείνει από λεφτά συνέχισαν ως περιπλανώμενοι μουσικοί στους δρόμους. Χωρίς ηλεκτρικές κιθάρες πια αλλά με την συντροφιά της ακουστικής άρχισαν να τραβούν την προσοχή του κοινού. Οι νότες τους δυναμικές και παιχνιδιάρικες, δεν κρύβουν την λατινοαμερικάνικη καταγωγή τους ούτε όμως και την μεταλική. Και πιστέψτε με είναι ένας πολύ ενδιαφέρον συνδυασμός.

Όμως,  ας πάρουμε μία πρόγευση…

-//-

η δροσερή πρόταση που θα κάνω είναι η εξής:

Μία φρέσκια παγωμένη πορτοκαλάδα χωρίς παγάκια. 😛

Ξέρω ότι νομίζετε ότι σας δουλεύω. Όμως το εννοώ. Παγωμένη φρέσκια, όχι δηλαδή αγοραστή αλλά ούτε στυμμένη εδώ κι ώρες, πορτοκαλάδα  χωρίς παγάκια

Τι κάνουμε; Απλά παίρνουμε τα πορτοκάλια και τα βάζουμε για λίγες ώρες στην κατάψυξη, τόσο όσο να μην γίνουν παγάκια αλλά να είναι παγωμένα. Το να μην γίνουν παγάκια σχετίζεται και με το ότι δεν θα μπορούμε να τα κόψουμε ή με κίνδυνο να τραυματιστούμε. Οπότε ας πούμε 4 ώρες ανάλογα με την δύναμη της κατάψυξης του καθενός.  Μετά με προσοχή τα κόβουμε, τα στύβουμε και ουπς έχουμε μία δροσερή φρέσκια πορτοκαλάδα.

Είναι ευκαιρία μάλιστα διότι αυτή την εποχή  τα πορτοκάλια είναι αρκετά πιο φτηνά , ειδικά στις λαϊκές 🙂

Ουουουουπς. Δροσιά 🙂