Μετά από καιρό

Μετά από καιρό ήρθε πάλι στο νου αυτό το τραγουδάκι, οι στίχοι. Σχεδόν κάθε φορά που σπάει μία πολυφορεμένη κατάσταση έρχεται να μου δείχνει το δρόμο. Κι είναι αλήθεια ότι όταν αποχωρούμε από κάπου… Τόπο. Κατάσταση. Είχαμε ήδη φύγει εδώ και πολύ καιρό.

Δυστυχώς ή ευτυχώς η ζωή δεν είναι στάσιμη. Είναι μία ατελείωτη διαδρομή που πιστεύω ότι χρέος μας είναι , σε εμάς πρώτα φυσικά, να μην βαλτώσουμε αλλά να προχωράμε.

Καλή μας διαδρομή

reboot and white light generator

white light generator

     πολύ διάβασμα. πάρα πολύ διάβασμα.
                    σχεδόν οι λέξεις περνάνε σαν ξένες από το μυαλό.
               ευτυχώς λίγο βοηθά η μουσική. κάπως να καθαρίσει το μυαλό.
            έχω μπει σε δημιουργική διάθεση. αναζητώ πράγματα. καινούρια.
                               έχω πολύ καιρό να το νοιώσω αυτό.
   τα αρώματα. οι μουσικές, οι εικόνες. με εμπνέουν ξανά.
  πέρασα ένα μεγάλο σοκ που μου γάμησε κυριολεκτικά το οτιδήποτε μέσα μου. 
μετά από αυτό ήταν σαν καμμένη γη μέσα μου,
          στο μυαλό μου. χρειαζόταν μία επανεκκίνηση. sudo reboot -n
δεν είναι καλύτερα τα πράγματα τώρα. εγώ είμαι αλλιώς.
 είμαι έτοιμος να γεμίσω με εικόνες, μουσικές, αρώματα. ερεθίσματα.
Αυτή την περίοδο απολαμβάνω το
                 white light generator των crippled black phoenix.
 το προτείνω.
 καλή ακρόαση

πατέρας

σαν σήμερα.

είναι ένας χρόνος που έχεις φύγει. ακόμη δεν μπορώ να το χωνέψω. δεν ξέρω πόσο θα πάρει. όμως ακόμη κι αν λείπεις υπάρχεις μέσα μου. οι μικρές κινήσεις σου που είχα ενστερνιστεί. οι μικρές συνήθειες , ασυναίσθητες, που μου πέρασες.

συνέχεια τώρα εγώ θα πρέπει να φτιάξω εκεί που υπάρχουν ερείπια. όμως έτσι είναι η ζωή. να χτίζουμε εκεί που γκρεμίστηκαν οι μνήμες. ο θάνατος να τροφοδοτεί και να ορίζει τη ζωή. και να βλέπουμε πόσο τα απλά έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα τεράστια και εντυπωσιακά.

υπάρχουν μνήμες που δεν μπορούν να τις αγγίξουν οι υπόλοιποι όσο άθλιοι κι αν είναι. υπάρχουν μνήμες που παρότι πονούν σε γεμίζουν δύναμη να συνεχίσεις. κι ας πονούν.

του πατέρα μου του άρεσαν τα ταξίδια. γενικά είχε γυρίσει ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας. όχι απλά ως επισκέπτης αλλά προσπαθούσε να δει την ιστορία και την ιδιαίτερη μυρωδιά κάθε περιοχής.

επίσης του άρεσε η φωτογραφία. μέσα από την παλιά του practica μου είχε δείξει πώς να πρωτοφωτογραφίζω. επίσης του άρεσε πολύ και το βίντεο. θυμάμαι ακόμη την πρώτη του βιντεοκάμερα και την τεράστια σαν τσάντα μπαταρία της.

σαν φόρος τιμής σαν παρουσιάζω όχι ένα τέλειο βίντεο αλλά ένα από τα τελευταία του πατέρα μου, από μία βιντεοσκόπηση που είχε κάνει στην Φολέγανδρο όπου έτυχε να έχει συναυλία ο Ανδρέας Μπονάτσος. Θυμάμαι ότι του είχε κάνει εντύπωση που τόσος κόσμος τραγουδούσε Χατζιδάκι σε ένα στενοσόκακο ενός νησιού κάτω από τα άστρα.

.πατέρα

τελευταία παράγραφος. δεν πρόλαβα. έφυγες ξαφνικά.

στα μάτια σου γραμμένη η μοναξιά και γω αδύναμος.

έφυγες και σου ψιθύρισα απλά ένα υπόκωφο αντίο.

δεν ξέρω αν μπορούσες να το ακούσεις. θα θελα.

θα θελα να ξερες πόσο σε αγάπησα. πόσο μού λειπες και πόσο μου λείπεις.
σου κρατούσα το χέρι. ελπίζω να άκουσες τον σφιγμό.

 
. σκηνή πρώτη. εσύ να με μαθαίνεις ποδήλατο και γω να αγκομαχώ πάνω στις δύο ρόδες. πολλές στούκες πάνω στα δέντρα μέχρι να μάθω.

. σκηνή δεύτερη. εσύ να φεύγεις πάλι. έξω να χιονίζει. θα σε δω μετά από καιρό σε κάποιο προάστιο της Αθήνας. μάλλον φθινόπωρο. αλλάζουμε πολλά σπίτια. δυστυχώς για χρόνια μέχρι τώρα ,ακόμη κι εδώ, θα βρισκόμαστε σαν σε ραντεβού. όχι αρκετό για να μάθουμε ο ένας τον άλλον.

η έλλειψη ράβει τατουάζ στο δέρμα όπως και το όνειρο. έστω και σε αυτές τις στιγμές μπορείς να γεννάς το όνειρο, το διαφορετικό. και όσο το γεννάς , τόσο το γιατί της απόστασης να χτυπά.

τελευταία παράγραφος. κοιτάζω στον καθρέπτη τα γραπτά. και βλέπω κομμάτια σου πάνω μου, μέσα μου. μου λείπεις κι όσα γιατί, όσα παράπονα κι αν υπήρξαν, υπάρχουν, τώρα θα  θελα να σου κρατώ το χέρι. να σου πω ότι ήμουν εδώ. πάντα ήμουν εδώ. και με πονάει που σουν μόνος.

καλό ταξίδι.

Μέρες αναμονής

Ο χρονος
ένας αργοσχολος.

Μοιάζει να μην τον απασχολεί τίποτα. Νωχελικά χάνεται στις νωτισμένες  απ’ όνειρα νύχτες, στα ξεμπαρκα κύμματα.

Περιπλανιέται σε λαβυρίνθους που χάραξε ένας μπόμπιρας στην άμμο ‘ τότε που η θάλασσα δεν γέμιζε λήθη. Ίσως λάθη, κι αυτά γλυκά.

Ξεχνιέται αργοσχολα(;)
μα με υπομονή

Κι επίμονα γυρεύει ταξίδι,
ν’ ανασάνει και πάλι.

η μανταρινιά

clementine in black

Τον συνάντησα την ώρα που την φωτογράφιζα. μου μίλησε για αυτή σαν να ήταν παιδί του.

-«Από τόσο δα σποράκι ξεφύτρωσε», μου είπε. «Μου χε δώσει μία φίλη μου κάτι υπέροχα μανταρίνια. Όχι αυτά του εμπορίου. Από τον κήπο της. Είναι δίφορη, δύο φορές τον χρόνο βγάζει μανταρίνια και είναι άλλο πράμα. Άρωμα, γεύση. Έτσι την έβαλα εδώ. Όχι για τους καρπούς. Να, δώρο για αυτούς που θα μείνουν. Εγώ θα φύγω σε λίγο καιρό. Σύνταξη. Αυτό θα μείνει δώρο. Να ας πούμε εσύ τώρα την φωτογραφίζεις. Θα περάσουν κάποια χρόνια , 20 ας πούμε και θα την δεις να χει γίνει σωστό δέντρο. Θα θυμάσαι ότι αυτή την μανταρινιά την είχες φωτογραφίσει τότε που ήτανε δεντράκι.»

Μου άρεσε η σκέψη του. Έχει αρχοντιά, μεράκι.

Μου έσφιξε το χέρι και με άφησε.

Συνέχισα να την φωτογραφίζω να ξεπροβάλει μέσα από το τσιμέντο, μπροστά στο παλιό βουλκανιζατέρ.

Το καραβάκι σε λίγο θα ερχόταν για τον Πειραιά.

Έκανε κρύο, μα εγώ ήδη ένιωθα σαν να είχε ξαναξημερώσει.

φοβάμαι

φοβάμαι τον τελευταίο καιρό. όχι τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. αυτούς δεν τους φοβάμαι. φοβάμαι που γινόμαστε ολοένα και πιο κτήνη , κανίβαλοι. που περπατάμε σαν τα ζόμπι.  φοβάμαι  που συμβιβαζόμαστε και πολλές φορές όχι από ανάγκη. φοβάμαι που μας πλασάρουν την μιζέρια για χλιδή και μεις την προσκυνάμε σαν θείο δώρο. φοβάμαι που έχουμε ξεχάσει να είμαστε χαμογελαστοί και γελάμε μόνο με τον πόνο του άλλου ή με προκατασκευασμένα ανέκδοτα. φοβάμαι που υπάρχουν θεραπείες γέλιου, δείχνει κοινωνικό αυτισμό. φοβάμαι που η λογιστική ταυτίζεται με την λογική και ο ορθολογισμός με έναν στείρο κυνισμό. φοβάμαι που σκεφτόμαστε σαν τα ποντίκια και γινόμαστε εκούσια μεζέδες. φοβάμαι που την ασχήμια την κάναμε αφίσα σε δωμάτιο όπως λέει ο ποιητής. και δεν μιλάω φυσικά για την φυσική ασχήμια αλλά την συναισθηματική ασχήμια. άνθρωποι που σαν την κολοβή αλεπού θέλουν να γίνουμε κι εμείς κολοβοί για να μην κλαίνε για το νοητικό και συναισθηματικό τους κενό, για την αναπηρία τους που έφτιαξαν οι ίδιοι.
φοβάμαι που όλο και περισσότεροι τους πιστεύουν και τους λατρεύουν σαν θεούς.

φοβάμαι που βλέπω ανθρώπους που βγήκαν από τον βούρκο και με ένα χαμόγελο σαν ολάκερος ήλιος προσπαθούν και ζητάνε να πατήσουν σε αυτή την ζωή και μεις  να τους το αρνούμαστε. σε αυτούς τους πραγματικούς ήρωες.

φοβάμαι που σταματήσαμε να αντέχουμε τον ήλιο και λαχταράμε το πότε θα κρυφτούμε στην γη.

μα περισσότερο από όλα φοβάμαι εμένα που ακόμη διστάζω να φωνάξω, να αντισταθώ (πραγματικά) σε αυτή την μπόχα. όχι από ηρωισμό. δεν είναι καιροί για ήρωες και όχι δεν χρειαζόμαστε ήρωες. χρειαζόμαστε ανθρώπους.

και το πιο δύσκολο από όλα είναι να είσαι άνθρωπος. για αυτό φοβάμαι πιο πολύ.

τώρα που δεν είναι της μόδας η ανθρωπιά να δούμε πόσοι θα μείνουμε πιστοί στα ιδανικά.