«Χαιρετίσματα στο θείο» , «Το φάντασμα του Ναζισμού» καθώς και μία μικρή ανάλυση περί μετεμψύχωσης – ναζισμού

  Τώρα τελευταία έπεσε στα χέρια ένα παλιό βιβλίο που μου έκαναν δώρο , το «Χαιρετίσματα στο θείο« του Ντάνιελ Τσαβαρία. Το πρώτο κεφάλαιο ομολογώ με δυσκόλεψε και έκανα αρκετό καιρό να το αρχίσω. Όμως από το δεύτερο και μετά ο «κώδικας» του βιβλίου άρχισε να ξεδιπλώνεται. Τα περισσότερα κεφάλαια είναι μικρά και σε  σύνολο αγγίζουν τα 90 και κάτι (το χω δανείσει αυτή τη στιγμή και δεν το χω εύκαιρο). Μία γρήγορη περιγραφή της πλοκής του βιβλίου θα έλεγα ότι αποτελεί η «Ανατομία του φασισμού». Το βιβλίο αποτελεί κάτι τέτοιο, μας παρουσιάζει την γένεση και την πορεία των ηρώων – μελανοχιτώνων και ταυτόχρονα τις βασικές αρχές της ιδεολογίας τους. Η βασική ραχοκοκαλιά είναι αυτή ενώ ταυτόχρονα ξετυλίγονται γύρω της παράλληλες ιστορίες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και τόπους, από την εποχή του τέλους(;) της Αποικιοκρατίας έως την πτώση του Ανατολικού μπλοκ, και από την Λατινική Αμερική έως την Κούβα και την Ισπανία του Φράνκο. Δεν πρόκειται για ένα διδακτικό βιβλίο, δεν μας κουνάει το δάκτυλο ο συγγραφέας. Ο Τσαβαρία απλά μας παρουσιάζει τους ήρωες σαν σ’ ένα περιπετειώδες ντοκιμαντέρ. Μας κάνει κοινωνούς της (φασιστικής) ιδεολογίας και της ψυχολογίας τους. Η εμμονή με τον ρομαντικό ήρωα – ιππότη που αψηφά τον θάνατο, του εκλεκτού, είναι εδώ, πανταχού παρούσα και ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τα συμπεράσματα όμως είναι δικά μας.

Παρότι είναι ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες το κείμενο ρέει χωρίς διακοπή. Είναι λίγες φορές που εντόπισα να υπάρχει «κοιλιά» και αυτό όχι για πολύ.  Η μετάφραση (κι όχι μόνο) του Κρίτων Ηλιόπουλου είναι πάρα πολύ καλή δίνοντάς μας πολλές και χρήσιμες πληροφορίες για γεγονότα και πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στο βιβλίο. Γενικά οι εκδόσεις Opera έχουν κάνει μία πολύ καλή δουλειά μια και το πολυσέλιδο βιβλίο διαβάζεται άνετα χωρίς να καταστρέφεται.

μικρή σημείωση: ο «Τροπικός του Αιγόκερω» μετά από το «Χαιρετίσματα στο θείο» μου φάνηκε πιο βατό και εύκολο.

  Αφού είχα τελειώσει με το βιβλίο του Τσαβαρία άκουσα σε ραδιοφωνική εκπομπή δημοσιογράφου Γιώρχου Σαχίνη για την μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα  «Το φάντασμα του Ναζισμού» από τις εκδόσεις Εστία.

  Μία μικρή αλλά συμπυκνωμένη μελέτη τόσο για την γένεση αλλά και για την συνεχόμενη παρουσία της μυθολογίας και ιδεολογίας του ναζισμού στην λογοτεχνία και την μουσική αλλά και όχι μόνο. Θα το προτιμούσα ίσως λίγο πιο αναλυτικό και επικαιροποιημένο στο τελευταίο του κεφάλαιο όπου μας δίνει μία μικρή γεύση για το πώς η «ελαφριά» διασκέδαση μας κάνει κοινων@ς της ναζιστικής ιδεολογίας και νοοτροπίας, έτοιμ@ς να αποδεχθούμε πιο εύκολα μία επερχόμενη επανεμφάνισή της.

  Κάθε κεφάλαιο το ακολουθεί μία αναλυτικότατη βιβλιογραφία, ακόμα και στην Εισαγωγή, δίνοντάς μας την σκυτάλη να κάνουμε την δική μας έρευνα και αναζήτηση πάνω στο θέμα. Το κείμενο είναι καλογραμμένο και ως προς το θέμα του ρέει γρήγορα, δίνοντας με εύκολο τρόπο τις πληροφορίες του χωρίς να είναι ρηχό.

  Τελειώνοντας το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και από προσωπική μου πείρα διαπίστωσα πιο ουσιαστικά την όχι και τόσο αθώα φύση πολλών παραφυσικών και παραϊστορικών θεωριών (κοίλη γη, μετεμψύχωση από οπαδούς της Νέας Εποχής, απόρριψη της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των ελληνικών φύλων, εξωγήινη καταγωγή του ανθρώπου κτλ). Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από αυτές έχουν ως δομικό στοιχείο τον «εκλεκτό».

   Ως άθεος οι διάφορες παραδόσεις/θρησκείες μου φαίνονται πολύ ενδιαφέρουσες για το τρόπο κατανόησης του κόσμου και της ζωής από τον άνθρωπο. Σε ένα μεγάλο βαθμό σέβομαι την ανάγκη του ανθρώπου να πιαστεί από κάπου. Ο θάνατος είναι κάτι που είναι βαρύ, είτε πιστεύεις είτε όχι. Όμως στην περίπτωση της μετεμψύχωσης έχω ακούσει φοβερές φασιστικές και ρατσιστικές αναλύσεις  που θα μπορούσαν να δώσουν το τέλειο άλλοθι στους οπαδούς της. Έχω ακούσει το λοιπόν ότι το άτομο το οποίο έχει μία δυστυχισμένη παρούσα ζωή ουσιαστικά «πληρώνει» τα αμαρτήματα μίας προηγούμενης ζωής. Δηλαδή βλέπετε έναν άνθρωπο να έχει καρκίνο; Ένα παιδάκι να το βιάζουν; Μην τους λυπάστε ή τους βοηθάτε. Ουσιαστικά αποτελούν ψυχές που πληρώνουν για τα κρίματα των προηγούμενων ζωών τους. Μάλιστα φτάνουν αρκετοί από αυτούς (που πάντα είναι απολιτίκ και ελαφρείς), να υποστηρίζουν ότι η Αφρική αποτελεί την αποθήκη των καταραμένων ψυχών. Το τέλειο υπερφυσικό άλλοθι κάθε ρατσιστή για τον μισανθρωπισμό του.

Μην σας ακούγεται τόσο τραβηγμένο. Αντίστοιχα άλλοθι είχαν φτιάξει και οι Ναζί για να δικαιολογήσουν τα εγκλήματά τους. Βάφτισαν κατώτερες φυλές, αντικειμενοποίησαν τον διαφορετικό άνθρωπο για να μπορούν πιο εύκολα να τον εξοντώσουν. Κι αυτό είναι το βασικό συστατικό του Ναζισμού που τον κάνει την χείριστη από της απολυταρχικές ιδεολογίες. Πολιτικοποιεί το έγκλημα. Είναι δομικό συστατικό του η αντικειμενοποίηση και η εξόντωση του διαφορετικού ανθρώπου (όχι απλά του αντιπάλου – χωρίς αυτό να είναι λίγο).

  Και όπως πάντα μετά κάθε μεγάλο έγκλημα οι περισσότερ@ δηλώνουν άγνοια. Δεν έχουμε όμως τέτοια πολυτέλεια εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Κριτική για το «Στο πίσω κάθισμα»

Το βιβλίο «Στο πίσω κάθισμα» της Ευτυχίας Γιαννάκη ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις μέσα στην καινούρια χρονιά. Είχα καιρό να διαβάσω ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μην πλατειάζει, να ρέει , να έχει χαρακτήρες με δομή, ένα βιβλίο με εικόνες.  Αλλά ας προσπαθήσω να τα πιάσω τα πράγματα από την αρχή.

Το βιβλίο μου το πρότεινε ο υπάλληλος του «Ίκαρου» ως ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Προσωπικά δεν είμαι τόσο οπαδός του αστυνομικού μυθιστορήματος και μάλιστα του ελληνικού. Όχι γιατί δεν είναι λογοτεχνία ή γιατί η ελληνική λογοτεχνία είναι υποδεέστερη. Αλλά λίγες φορές ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πραγματική πρωτοτυπία και πλοκή και η ελληνική λογοτεχνία τελευταία μοιάζει να πελαγοδρομεί. Να ανοίξω μία παρένθεση λέγοντας  ότι συνήθως τα ξένα βιβλία που μεταφράζονται στα ελληνικά είναι επιλεγμένα. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη σκαρταδούρα κι εκεί.  Κλείνει η παρένθεση.

Το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη και λογοτεχνία είναι και αστυνομικό είναι. Κάτι που θα παρατηρήσει κάποιος είναι ότι πέρα από τον κεντρικό ήρωα, τον αστυνόμο Χάρη, θα έχουμε την ευκαιρία ανά στιγμές να γνωρίσουμε και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου. Οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί. Είναι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί τους. Οι διάλογοι και οι σκέψεις είναι πραγματικές. Είναι άνθρωποι που ζουν στο σήμερα. Που μιλούν όπως μιλάμε στο σήμερα. Που έχουν σύγχρονα προβλήματα. Χωρίς υπερβολές.  Χωρίς ηθικισμούς.

Κάτι που λάτρεψα είναι οι εικόνες της Αθήνας (συμπεριλαμβανομένου και του Πειραιά). Όποιος έχει γυρίσει την Αθήνα και τις περιοχές της θα αναγνωρίσει όλες αυτές τις εικόνες. Η συγγραφέας δεν σνομπάρει το σήμερα, την πόλη ή τις πόλεις που ζούμε. Μιλάει για την Ελλάδα της κρίσης χωρίς να μισμιρίζει*. Μεταφέρει τις κρυφές στιγμές που ζούμε καθημερινά όσοι χανόμαστε στους λαβυρίνθους της με δόση χιούμορ σε πολλά σημεία.

Α ναι,  το χιούμορ. Πόσο μου χει λείψει ένα συγγραφέας που να μην φοβάται το χιούμορ. Η Γιαννάκη το χει αυτό. Τους αγαπά τους ήρωές της και δεν φοβάται να μας παρουσιάσει και τις «αδύναμες» στιγμές τους. Βλέπει και τις υπερβολικές τους στιγμές όπου χάνουν τον έλεγχο και μοιάζουν σαν στιγμιαίες καρικατούρες του εαυτού τους. Είναι πολλές φορές που η συγγραφέας μας κλείνει το μάτι. Που μας παρουσιάζει τις διάφορες υπερβολές που βλέπουμε στις διάφορες αστυνομικές σειρές, μέσα από τις σκέψεις των ηρώων,  και τις φέρνει πρόσωπο σε πρόσωπο με την πραγματικότητα. Φυσικά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Το βιβλίο βρίθει αναφορών του αστυνομικού (αλλά κι όχι μόνο) είδους. Ενώ η πολιτική ανάτμηση της κοινωνίας μας γίνεται με δεξιοτεχνικό τρόπο χωρίς να βαραίνει.

Το «Στο πίσω κάθισμα» είναι ένα σύγχρονο λογοτεχνικό βιβλίο. Πραγματικά σύγχρονο. Μας δίνει πολλές ελπίδες για μία διαφορετική στροφή στην ελληνική λογοτεχνία. Η Ευτυχία Γιαννάκη είναι μία συγγραφέας που πράγματι μας κάνει να ελπίζουμε για βιβλία με καλή λογοτεχνία. Είναι από τα βιβλία που προτείνεις.

Αξίζει να μπει κανείς και στην προσωπική ιστοσελίδα της συγγραφέας.

*μισμιρίζω:(δική μου έμπνευσης λέξη – τουλάχιστον δεν γνωρίζω να την χρησιμοποιεί κάποιος άλλος) στην Καβάλα χρησιμοποιούμε την λέξη μισμίζης για να πούμε τον μίζερο. Οπότε με το «μισμιρίζω»  εννοώ το μιζεριάζω. Ακουστικά μου φαίνεται ότι τονίζεται πιο έντονα το μίζερο.

Μαουτχάουζεν

μαουτχάουζεν
Δυστυχώς πρέπει να ξαναδιαβαστεί.

Όταν το διάβασα άκουσα πολύ διαφορετικά τον κύκλο τραγουδιών Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν του Μίκη.

Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο του Καμπανέλλη. Ρέει άμεσα. Γρήγορα. Δεν σου εκβιάζει το συναίσθημα. Θα μπορούσε. Δεν το κάνει..

Μας μιλά για ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου οι κρατούμενοι προετοίμαζαν το θάνατό τους, μύριζαν το θάνατό τους. Δυστυχώς όμως ο κόσμος ξεχνά. Όχι μόνο εδώ στον τόπο μας. Γενικά ο άνθρωπος επιλέγει να ξεχάσει. Έπειτα είναι έτοιμος να επαναλάβει τα ίδια και χειρότερα εγκλήματα. Ελπίζω να διαψευσθώ.

διαβάστε το και έπειτα ακούστε και το δίσκο.

Ξεχωρίζω δύο τραγούδια. Το Άσμα Ασμάτων και τον Αντώνη.