το τσαλακωμένο πακέτο

Κάθισε χάμω στο πεζοδρόμιο. Ψιχάλιζε και είχε ήδη σκοτεινιάσει. Η λάμπα του δρόμου ίσα φώτιζε. Τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια και κοιτούσε το τσαλακωμένο πακέτο με τα τσιγάρα. Από τα νεύρα του πιο πριν το τσαλάκωσε και το πέταξε. Κάποια τσιγάρα έσπασαν στη μέση και ο καπνός χύθηκε λίγος έξω. Τον κοιτούσε να βρέχεται σιγά σιγά και σαν πινελιά να απλώνεται στην άσφαλτο ή σαν λάσπη. Ποιός ξέρει;

Τώρα που είναι μόνος μπορεί, είναι ελεύθερος να βγει από τον κύκλο. Κάθε μέρα με άδειο βλέμμα και χαμόγελο σέρνεται. Χωρίς όνειρα, ή μάλλον με ξεχασμένα όνειρα, χαμόγελα, σκέψεις. Κάπου καταχωνιασμένα. Η ζωή είναι σκατά και προχώρα στα τέσσερα του παν. Σύρσου γονατιστός. Μην κοιτάς ουρανό. Απλά στον ορίζοντα. Κι ίσως το χώμα. Να εύχεσαι να είναι βραχύς ο δρόμος και σύντομα να χωθείς στην αγκαλιά του.

Τόσες αλυσίδες τριγύρω, που ύπουλα τυλίχτηκαν γύρω του. Όνειρα. Πόσο καιρό είχε να ονειρευτεί. Ακόμη και ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη. Οι θόρυβοι της πόλης καλύπτουν κάθε σκέψη και βλέμμα του.

Η βροχή δυναμώνει. Παίρνει το πακέτο και το χώνει μέσα στο σακάκι του. Βγάζει τα τραυματισμένα παιδιά του, τους φίλους του. Τους ισιώνει. Παίρνει ένα και το ανάβει να του κρατήσει παρέα. Μέσα στο ημίφως μοιάζει ο ιδανικός φίλος. Νοιώθει ότι τον ακούει, ότι απομονώνει την βροχή και ότι ανεβάζει τους πόνους του στον ουρανό. Σηκώνεται και αρχίζει να περπατά, ζητά να χωθεί μέσα στο παρκάκι. Δεν θέλει την προστασία τους διαμερίσματος. Εκεί στο πάρκο με τους τσακισμένους φίλους του. Έχουν να πουν πολλά ακούγοντας την βροχή….