Ο δεινοσαυρος ή ο δρακος της Μυκονου

Ειναι περιεργα τα παιχνιδια  της φυσης. Ενα απλο υλικο, ο βραχος, σμιλεύεται απο  το νερο, τον αερα και με το χρονο σχηματιζονται μορφες που ενεργοποιουν φαντασια μας. 

Ενα τετοιο φυσικο γλυπτο ειναι και αυτο εδω που εντοπισα σε μια παραλια της Μυκονου.

Ο δρακος της Μυκόνου


Θα μπορουσε να ειναι τα απομεινάρια ενός απολιθωμένου σκελετου δεινοσαυρου. Απο την αλλη, και με την λογικη του μυθου και του παραμυθιου, θα μπορουσε να ‘ναι ενας αρχαιος δρακοντας που νικηθηκε σε μια μαχη ή που κοιμαται και περιμενει τη στιγμη για να ξυπνησει.

 Καπως ετσι θα γεννησαν οι πρωτοι ανθρωποι τους μυθους και αρχισαν να κατακτουν το εργαλειο της φαντασιας και να σμιλεψουν με την σειρα τους την πραγματικοτητα.

Advertisements

το τσαλακωμένο πακέτο

Κάθισε χάμω στο πεζοδρόμιο. Ψιχάλιζε και είχε ήδη σκοτεινιάσει. Η λάμπα του δρόμου ίσα φώτιζε. Τα αυτοκίνητα περνούσαν βιαστικά. Τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια και κοιτούσε το τσαλακωμένο πακέτο με τα τσιγάρα. Από τα νεύρα του πιο πριν το τσαλάκωσε και το πέταξε. Κάποια τσιγάρα έσπασαν στη μέση και ο καπνός χύθηκε λίγος έξω. Τον κοιτούσε να βρέχεται σιγά σιγά και σαν πινελιά να απλώνεται στην άσφαλτο ή σαν λάσπη. Ποιός ξέρει;

Τώρα που είναι μόνος μπορεί, είναι ελεύθερος να βγει από τον κύκλο. Κάθε μέρα με άδειο βλέμμα και χαμόγελο σέρνεται. Χωρίς όνειρα, ή μάλλον με ξεχασμένα όνειρα, χαμόγελα, σκέψεις. Κάπου καταχωνιασμένα. Η ζωή είναι σκατά και προχώρα στα τέσσερα του παν. Σύρσου γονατιστός. Μην κοιτάς ουρανό. Απλά στον ορίζοντα. Κι ίσως το χώμα. Να εύχεσαι να είναι βραχύς ο δρόμος και σύντομα να χωθείς στην αγκαλιά του.

Τόσες αλυσίδες τριγύρω, που ύπουλα τυλίχτηκαν γύρω του. Όνειρα. Πόσο καιρό είχε να ονειρευτεί. Ακόμη και ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη. Οι θόρυβοι της πόλης καλύπτουν κάθε σκέψη και βλέμμα του.

Η βροχή δυναμώνει. Παίρνει το πακέτο και το χώνει μέσα στο σακάκι του. Βγάζει τα τραυματισμένα παιδιά του, τους φίλους του. Τους ισιώνει. Παίρνει ένα και το ανάβει να του κρατήσει παρέα. Μέσα στο ημίφως μοιάζει ο ιδανικός φίλος. Νοιώθει ότι τον ακούει, ότι απομονώνει την βροχή και ότι ανεβάζει τους πόνους του στον ουρανό. Σηκώνεται και αρχίζει να περπατά, ζητά να χωθεί μέσα στο παρκάκι. Δεν θέλει την προστασία τους διαμερίσματος. Εκεί στο πάρκο με τους τσακισμένους φίλους του. Έχουν να πουν πολλά ακούγοντας την βροχή….

Κριτική για το «Στο πίσω κάθισμα»

Το βιβλίο «Στο πίσω κάθισμα» της Ευτυχίας Γιαννάκη ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις μέσα στην καινούρια χρονιά. Είχα καιρό να διαβάσω ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ένα βιβλίο που να μην πλατειάζει, να ρέει , να έχει χαρακτήρες με δομή, ένα βιβλίο με εικόνες.  Αλλά ας προσπαθήσω να τα πιάσω τα πράγματα από την αρχή.

Το βιβλίο μου το πρότεινε ο υπάλληλος του «Ίκαρου» ως ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Προσωπικά δεν είμαι τόσο οπαδός του αστυνομικού μυθιστορήματος και μάλιστα του ελληνικού. Όχι γιατί δεν είναι λογοτεχνία ή γιατί η ελληνική λογοτεχνία είναι υποδεέστερη. Αλλά λίγες φορές ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έχει πραγματική πρωτοτυπία και πλοκή και η ελληνική λογοτεχνία τελευταία μοιάζει να πελαγοδρομεί. Να ανοίξω μία παρένθεση λέγοντας  ότι συνήθως τα ξένα βιβλία που μεταφράζονται στα ελληνικά είναι επιλεγμένα. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη σκαρταδούρα κι εκεί.  Κλείνει η παρένθεση.

Το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη και λογοτεχνία είναι και αστυνομικό είναι. Κάτι που θα παρατηρήσει κάποιος είναι ότι πέρα από τον κεντρικό ήρωα, τον αστυνόμο Χάρη, θα έχουμε την ευκαιρία ανά στιγμές να γνωρίσουμε και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του βιβλίου. Οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί. Είναι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί τους. Οι διάλογοι και οι σκέψεις είναι πραγματικές. Είναι άνθρωποι που ζουν στο σήμερα. Που μιλούν όπως μιλάμε στο σήμερα. Που έχουν σύγχρονα προβλήματα. Χωρίς υπερβολές.  Χωρίς ηθικισμούς.

Κάτι που λάτρεψα είναι οι εικόνες της Αθήνας (συμπεριλαμβανομένου και του Πειραιά). Όποιος έχει γυρίσει την Αθήνα και τις περιοχές της θα αναγνωρίσει όλες αυτές τις εικόνες. Η συγγραφέας δεν σνομπάρει το σήμερα, την πόλη ή τις πόλεις που ζούμε. Μιλάει για την Ελλάδα της κρίσης χωρίς να μισμιρίζει*. Μεταφέρει τις κρυφές στιγμές που ζούμε καθημερινά όσοι χανόμαστε στους λαβυρίνθους της με δόση χιούμορ σε πολλά σημεία.

Α ναι,  το χιούμορ. Πόσο μου χει λείψει ένα συγγραφέας που να μην φοβάται το χιούμορ. Η Γιαννάκη το χει αυτό. Τους αγαπά τους ήρωές της και δεν φοβάται να μας παρουσιάσει και τις «αδύναμες» στιγμές τους. Βλέπει και τις υπερβολικές τους στιγμές όπου χάνουν τον έλεγχο και μοιάζουν σαν στιγμιαίες καρικατούρες του εαυτού τους. Είναι πολλές φορές που η συγγραφέας μας κλείνει το μάτι. Που μας παρουσιάζει τις διάφορες υπερβολές που βλέπουμε στις διάφορες αστυνομικές σειρές, μέσα από τις σκέψεις των ηρώων,  και τις φέρνει πρόσωπο σε πρόσωπο με την πραγματικότητα. Φυσικά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Το βιβλίο βρίθει αναφορών του αστυνομικού (αλλά κι όχι μόνο) είδους. Ενώ η πολιτική ανάτμηση της κοινωνίας μας γίνεται με δεξιοτεχνικό τρόπο χωρίς να βαραίνει.

Το «Στο πίσω κάθισμα» είναι ένα σύγχρονο λογοτεχνικό βιβλίο. Πραγματικά σύγχρονο. Μας δίνει πολλές ελπίδες για μία διαφορετική στροφή στην ελληνική λογοτεχνία. Η Ευτυχία Γιαννάκη είναι μία συγγραφέας που πράγματι μας κάνει να ελπίζουμε για βιβλία με καλή λογοτεχνία. Είναι από τα βιβλία που προτείνεις.

Αξίζει να μπει κανείς και στην προσωπική ιστοσελίδα της συγγραφέας.

*μισμιρίζω:(δική μου έμπνευσης λέξη – τουλάχιστον δεν γνωρίζω να την χρησιμοποιεί κάποιος άλλος) στην Καβάλα χρησιμοποιούμε την λέξη μισμίζης για να πούμε τον μίζερο. Οπότε με το «μισμιρίζω»  εννοώ το μιζεριάζω. Ακουστικά μου φαίνεται ότι τονίζεται πιο έντονα το μίζερο.